Ο Μπάμπης Καμένος, ο ανδροπρεπής, πλην αθυρόστομος δημοσιογράφος της κοσμίου και εγκύρου περιοδικής εκδόσεως New Prooptiki Times, ξύπνησε με κέφι. Η γνωριμία της Μπάρμπαρα, της ξανθιάς οπτασίας που λαμποκοπούσε στις κοσμικές στήλες, τον είχε ανανεώσει. Ένοιωθε ξανά ο παλιός Μπάμπης. Ο γοητευτικός ζαν πρεμιέ της δημοσιογραφίας. Ναι, ήταν σίγουρος, ένας μεγάλος έρωτας βρισκόταν προ των πυλών! Ο Μπάμπης ήθελε κάποιον για να του πει τα νέα. Να το κουβεντιάσει μ’ έναν άνθρωπο, βρε αδερφέ… Η ψυχίατρός του, η Χρύσα Γράση, έλειπε πάλι σε συνέδριο. Άλλωστε, αυτά τα πράγματα τα συζητάς με κάποιον άντρα. Πιο χαλαρά… Και ποιος καλύτερος για μια τέτοια στιγμή από τον παλιόφιλο, το παλιόπαιδο: τον Γρηγόρη τον Ψαρριανό…

«Έλα ρε τσογλάνι, πάλι ξενοπηδάς; Γιατί δεν είσαι σπίτι τέτοια ώρα;»
Ο Γρηγόρης Ψαρριανός μέτρησε τα λόγια του: «Φίλτατε, Μπάμπη. Αξιότιμε συνάδελφε. Πώς διαβιείτε και ποίαι αι καιναί ενασχολήσεις σας;»
Ο Μπάμπης χασκογέλασε. Μεγάλος πλακατζής ο Γρηγόρης… «Έτσι θα μιλάμε τώρα, μωρή χαμούρα; Τι έγινε, σταμάτησες να τον παίρνεις κι έπιασες δουλειά στην “Εστία”;»
«Βεβαίως, η σεμνότης και η ευπρέπεια θα διακρίνει εφεξής τους λόγους μας. Σεβαστέ συνάδελφε, σας παρακαλώ να ανακαλέσετε τον απεχθή χαρακτηρισμό “χαμούρα”, ο οποίος δεν πιστεύω πως προσιδιάζει στον χαρακτήρα μου, το ήθος και το ύφος μου. Όσον αφορά δε τον υπαινιγμό για το αν “τον παίρνω”, τον αντιλαμβάνομαι μεν, τον απορρίπτω μετά βδελυγμίας δε! Και δεν εργάζομαι στην “Εστία”… Συνάδελφε, θα πρέπει επιτέλους να επιδείξετε δημοσιογραφική ανδροπρέπεια!»
Ο Μπάμπης είχε μείνει ξερός. Ή μάλλον, ενεός… Ο Γρηγόρης μιλούσε σοβαρά! «Εεεε…, ναι…, αξιότιμε κύριε Ψαρριανέ, επί τούτου ακριβώς του ζητήματος θα επιθυμούσα το σχόλιό σας… Επί της ανδροπρεπείας μου… Εγνώρισα δεσποινίδαν τινά, η οποία με ήλκυσεν όλως ιδιαιτέρως, καταλαβαίνετε… Βαρβάρα Μπουρμπούλια λέγεται…»
«Βουρβούλια;»
«Μπουρμπούλια…»
«Σωστά… Και την πήδηξες;»
«Γρηγόρη!»
«Ναι. Συγγνώμην. Παρεσύρθην… Εσυνευρέθητε ερωτικώς;»
«Εεε…, όχι ακόμη. Μέχρι τούδε, αι σχέσεις μας επεριορίσθησαν στα προσφυώς λεγόμενα και “προκαταρκτικά”… Προτίθεμαι, όμως, να ολοκληρώσω, ούτως ειπείν, τας σχέσεις μας, εμπλουτίζοντάς τας με το στοιχείο της συνουσίας και της συνακολούθου οικειότητος…»
«Εύγε, Μπάμπη! Εφόσον, βεβαίως, θα έχει προηγηθεί το Μυστήριον…»
«Εεεε, δεν έχουν τελεσφορήσει οι σχετικοί ενδελεχείς προβληματισμοί μου επί τούτου. Κατά βάσιν, απέβλεπον εν πρώτοις στην συνουσίαν, και περαιτέρω ό,τι ήθελεν προκύψει…»
«Κακώς, Χαράλαμπε! Πρωτίστως θα πρέπει να επισημοποιήσεις τον δεσμόν. Με τραγόπαπα και με κουμπάρο, ενώπιον του γέρου με τα μούσια και των ανθρώπων…»
«Γρηγόρη!»
«Συγγνώμην. Παρεσύρθην… Προ ιερωμένου και κουμπάρου, ενώπιον Θεού και ανθρώπων…»
«Άσε ρε Γρηγόρη, δε μου πάει αυτό το στυλ! Εγώ πρώτα θα την πηδήξω, και βλέπουμε μετά!»
«Μπάμπη!»
«Παρεσύρθην…»

Μηδενική ανοχή

Ο Μπάμπης και η Μπάρμπαρα απολάμβαναν τους καπουτσίνο και τη λιακάδα στην παραλία της Βάρκιζας. Ο Μπάμπης ένοιωθε όμορφα. Του άρεσε αυτή η γυναίκα. Ένοιωθε ικανός να κάνει τα πάντα για χάρη της…
Το βλέμμα της Μπάρμπαρα έπεσε στο καροτσάκι με τα παιχνίδια στην παραλία. «Αχ, Μπαμπούκο, έλα, πάρε μου ένα αρκουδάκι!» του είπε ναζιάρικα.
Ο Μπάμπης άνοιξε το πορτοφόλι του και ατένισε το σκοτεινό κενό στο βάθος του. «Να σου πάρω καλύτερα ένα F16;» ρώτησε διστακτικά την Μπάρμπαρα.
«Δεν έχεις λεφτά για αρκουδάκι;» τον ρώτησε έντρομη η Μπάρμπαρα.
«Θα πρέπει να το πληρώσω τώρα, ενώ το F16 θα το περάσω στον προϋπολογισμό μου με την παραλαβή των οπλικών συστημάτων. Άσε που μπορώ να το περάσω και στα έξοδα της εφημερίδας…»
«Μπάμπη, για ποια οπλικά συστήματα μιλάς;» ρώτησε απορημένη η Μπάρμπαρα τον Μπάμπη. «Πλαστικά παιχνίδια πουλάει η κοπέλα…»
«Παρασύρθηκα από τα ψώνια του Σπηλιωτόπουλου… Τα πήραν, λέει, χωρίς οπλικά συστήματα… Πιο φτηνά… Αλήθεια, λες να μας δώσει πιο φτηνά το αρκουδάκι χωρίς δόντια και νύχια;»
Η Μπάρμπαρα κοίταξε διερευνητικά τον Μπάμπη. Σαν να αναρωτιόταν αν επρόκειτο για βλάκα ή για μπατίρη. Αποφάσισε να ρωτήσει διακριτικά, με έμμεσο τρόπο: «Μπάμπη, μήπως θα πρέπει να πληρώσω εγώ τους καφέδες;»
«Όχι, βέβαια. Ο Μπάμπης θα τηρήσει κατά γράμμα τις υποσχέσεις του! Με ορίζοντα το 2008, βέβαια…»
Η Μπάρμπαρα σιγουρεύτηκε: επρόκειτο για βλάκα. Της άρεσε αυτό στον άντρα. Η Μπάρμπαρα δεν εκτιμούσε τους εξυπνάκηδες που υποτιμούν τη γυναίκα… «Μπάμπη, μου αρέσεις. Είσαι πολύ γοητευτικός άντρας. Μήπως, όμως, λέω, μήπως, τα οικονομικά σου δεν είναι και τόσο καλά;»
«Η αλήθεια είναι ότι παρέλαβα άδεια ταμεία. Και με κυνηγούν τα συμφέροντα. Και οι διαπλεκόμενοι νταβατζήδες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με πολεμούν και τα ΜΜΕ… Οι εκδότες, ξέρεις… Φταίνε οι προηγούμενες… Αλλά τώρα πια το αποφάσισα: Μηδενική ανοχή στη γυνακεία διαφθορά! Φέρομαι ενοχλημένος…»
Ο Μπάμπης σταμάτησε και κοίταξε την Μπάρμπαρα. Το βλέμμα της είχε γίνει κενό. Σαν να είχε αδειάσει ξαφνικά.
«Συμβαίνει κάτι;», τη ρώτησε.
«Έπιασε ψυχρούλα. Να πηγαίνουμε;» απάντησε κάπως αδιάφορα η Μπάρμπαρα…

Advertisements