«Δεσμεύομαι ρητά και κατηγορηματικά…»
Τα λόγια του πρωθυπουργού αντηχούσαν στο μυαλό του Μπάμπη, του γοητευτικού δημοσιογράφου της New Prooptiki Times (της εφημερίδας του σύγχρονου, ασυμβίβαστου άντρα που ξέρει τι θέλει στη ζωή και πώς να το αποκτά κάθε φορά, του άντρα που τιμά τα παντελόνια που φορά, αλλά και εκείνα που δεν φορά και μένουν κρεμασμένα στην ντουλάπα του γιατί τον στενεύουν τελευταία…). Πάλι δεσμεύτηκε χθές βράδυ στην ομιλία του ο Κώστας Καραμανλής… Ο Μπάμπης ένοιωσε δυσφορία. Η εικόνα του Κώστα Καραμανλή αλυσσοδεμένου σαν τον Χουντίνι είχε κολλήσει στο μυαλό του. Προσπάθησε να τη διώξει. Ένοιωθε άσχημα. Ενόσω ο Μπάμπης ζούσε τις χαρές του έρωτα με την Μπάρμπαρα, την κομψή κοσμικογράφο, ο Κώστας Δεσμώτης, δεμένος στον βράχο του Μεσαίου Χώρου, υπέμενε αγόγγυστα τα διαπλεκόμενα συμφέροντα να σπαράζουν τα συκώτια του… Ήταν αβάσταχτο. Ήταν απάνθρωπο.
Ο Μπάμπης βγήκε να περπατήσει λίγο, να διώξει απ’ το μυαλό του το δράμα του Καραμανλή. Προσπάθησε να σκεφτεί κάτι από το παρελθόν. Γιατί ναι, ο Μπάμπης είναι κι αυτός ένας άντρας που τον κυνηγάει το παρελθόν του… Κι ας μην το ξέρει ο ίδιος… Ίσως επειδή είναι τόσο γρήγορος και ευέλικτος που το παρελθόν του δεν τον προλαβαίνει ποτέ. Έτσι, ο Μπάμπης είναι επίσης ένας άνθρωπος που δεν έχει κανένα πρόβλημα με το παρελθόν του: δεν συναντιούνται ποτέ μεταξύ τους…

«Μπάμπη, εσύ είσαι;». Η βραχνή αισθησιακή γυναικεία φωνή έβγαλε απότομα τον Μπάμπη από τις σκέψεις του. Μια παράξενη αίσθηση τον τύλιξε πριν ακόμη στραφεί για να αντικρύσει τη γυναίκα που είχε μιλήσει. Μια γνώριμη αίσθηση από το παρελθόν… Η Λάουρα… Ο «Κόκκινος Πειρασμός». Την κοίταξε. Δεν υπήρχε αμφιβολία: ήταν η Λάουρα. Ήταν τα ίδια φλογισμένα μαλλιά που περιέβαλαν την αισθησιακή βόμβα που κάποτε είχε πυρπολήσει τη ζωή του. Η Επικίνδυνη Κόκκινη που είχε κάποτε καταπονήσει
κάθε όργανο του σώματός του. Και κυρίως τα νεφρά του… Στην Λάουρα άρεσε να την σηκώνει στα χέρια και να την πηγαίνει στο κρεβάτι… Ήταν ένα παιδαρέλι τότε, ένας νεαρός Μπάμπης που μπορούσε να σηκώνει μια δίμετρη Λάουρα στα χέρια…
«Μου έλειψες, αλήτη!»
«Η Λάουρα το παρατραβάει, όπως πάντα», σκέφτηκε ο Μπάμπης. «Δε βαριέσαι, πάντα των άκρων ήταν αυτή η γυναίκα. Των κάτω, βεβαίως…»

Στο στόμα του λύκου

Η Λάουρα άνοιξε την πόρτα, έβγαλε με μια διακριτική κίνηση τα ψηλοτάκουνα και συνέχισε να περπατά ξυπόλητη στη μοκέτα του χολ. Μπαίνοντας στο σαλόνι στάθηκε για μια στιγμή, άφησε να πέσει η δερμάτινη φούστα, και συνέχισε να περπατά χωρίς να κοιτάξει ούτε στιγμή τον Μπάμπη που ακολουθούσε πίσω της ατάραχος. Σιγά τώρα… Τα μικρά αθώα παιχνίδια των γυναικών: ο Μπάμπης ήξερε πως η Λάουρα το έπαιζε άνετη κι αδιάφορη αλλά αδημονούσε για κάποιο σημάδι ότι ο Μπάμπης έχανε το μυαλό του. Όχι, δεν θα της έκανε τη χάρη. Πήρε τις ανάσες που του είχε μάθει ο δάσκαλος του Ζεν και εστίασε την προσοχή του εκεί. Στον κώλο της Λάουρας, δηλαδή. «Γαμώτο, δεν δουλεύει το Ζεν», σκέφτηκε…

Η Λάουρα κίνησε αργά το ποτήρι της βότκας, έπαιξε για λίγο με τα παγάκια και την αδημονία του Μπάμπη, τον κοίταξε λοξά με το βλέμμα που ήξερε πολύ καλά πως τον τρέλλαινε, και μίλησε αργά και αισθησιακά: «Μπάμπη, θέλω την ψυχή σου…»
Ο Μπάμπης ένοιωσε ένας μικρός ερεθισμένος Φάουστ.
«Δεν μου φτάνουν πια τα σκέτα πηδήματα. Θέλω συναίσθημα. Τι λέω, η ανόητη; Θέλω τα πάντα! Και τα θέλω από σένα, Μπάμπη!»
Ο Μπάμπης κάθισε πιο αναπαυτικά στην πολυθρόνα, κοίταξε δήθεν αφηρημένα το ποτήρι του, κοίταξε την Λάουρα στα μάτια και είπε αργά: «Λάουρα, μωρό μου, σε καταλαβαίνω. Αλλά εγώ είμαι ένας άντρας με μια αποστολή σ’ αυτή τη ζωή. Έχω αφιερώσει τις σπάνιες ικανότητές μου, τα οξυδερκές, διεισδυτικό μυαλό μου στην ενημέρωση του ελληνικού λαού, την καρδιά μου στην μάχη για την ελευθεροτυπία…»
Ο Μπάμπης σταμάτησε για λίγο και ήπιε μια γουλιά απ’ το ποτήρι του. Η Λάουρα τον κοιτούσε με βουρκωμένα μάτια και με ανυπόκριτο θαυμασμό. Η αθώα κοριτσίστικη καρδιά της είχε ήδη εκστασιαστεί με αυτόν τον άντρα… Είχε κουραστεί να την κυνηγούν ανούσια αρσενικά με λεφτά, αντιπροσωπείες και 4×4… Ήθελε να μοιραστεί με αυτόν τον άντρα τον Σκοπό του!
Ασυναίσθητα, κατάλαβε πως είχε ανοίξει λίγο περισσότερο τα πόδια της όπως καθόταν στον καναπέ… Και είχε γείρει αισθησιακά το φλογισμένο κεφάλι της προς τη μία πλευρά. «Είσαι ο άντρας της ζωής μου», είπε βραχνά.
«Δεν μου φτάνει!» Ο Μπάμπης πλέον είχε αποθρασυνθεί. «Πρέπει να γίνεις και δημοσιογράφος! Να ταχθείς στον αγώνα κατά της διαφθοράς στο Δημόσιο…»
«Η διαφθορά στην ιδιωτική σφαίρα ήταν πάντα το φόρτε μου… Το ξέρεις Μπάμπη…» τον έκοψε ναζιάρικα η Λάουρα και τον κοίταξε με βλέμμα όλο υπονοούμενα… «Αλλά ναι, Μπάμπη μου, ό,τι θέλεις εσύ θα γίνω: νοικοκυρά στην κουζίνα, κυρία στο σαλόνι, πουτάνα στο κρεβάτι και δημοσιογράφος στο… Πού θα γίνω δημοσιογράφος, ρε Μπάμπη;»
«Κάποιο Γραφείο Τύπου θα βρεθεί… Έχω τις επαφές μου…»
«Μα δεν ξέρω να γράφω…»
«Δεν χρειάζεται! Ό,τι θες μπορείς να γίνεις: “Ατελής διατύπωσις” και καθάρισες… Άσε τις τέλειες διατυπώσεις για τον Τζαννετάκο…»

Η συντριβή

Η επόμενη μέρα συνάντησε τον Μπάμπη, ως συνήθως, με πονοκέφαλο και απογοήτευση… Το όνειρο του Μπάμπη είχε γίνει χίλια κομμάτια: η Λάουρα δεν ήθελε να γίνει δημοσιογράφος! Ένας άντρας συντετριμμένος αλλά ακόμη ορθός σηκώθηκε μέσα από τις στάχτες και πήγε στην τουαλέτα να ρίξει νερό στο αρρενωπό πρόσωπό του. Κοίταξε το εντυπωσιακό είδωλό του στον καθρέφτη. Το βλέμμα του έκρυβε πόνο… Έναν πόνο, όμως, που δεν θα τον μοιραζόταν ποτέ με κανέναν. Ένα αντρίκιο μυστικό που θα το ήξερε μόνον η ασημένια Σελήνη κι ο μπλαβιασμένος Μπάμπης… Τώρα καταλάβαινε πραγματικά τον Κώστα Καραμανλή. Ο αγώνας κατά της διαφθοράς δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Κάθε κοινωνικά υπεύθυνο άτομο θα μπορούσε να συναντήσει στο διάβα του μια Λάουρα. Ίσως να εξαιρείται ο Ανδρεουλάκος, αλλά αυτό δεν έχει σημασία εν προκειμένω… Ο Μπάμπης κούνησε λυπημένος το κεφάλι του. «Κώστα, ο αγώνας είναι καταδικασμένος…» μονολόγησε. «Κοίταξε να φροντίσεις τη Νατάσσα και τα δίδυμα, το στεφάνι σου και το σπιτικό σου, τα dvd σου…»
Ναι, η Δέσμευση είναι το κλειδί! Αλλά σε τι; «Μπάμπη είσαι έτοιμος να δεσμευθείς;» τον είχε ρωτήσει κάποια στιγμή η Μπάρμπαρα. Ο Μπάμπης προσπάθησε να θυμηθεί τι είχε απαντήσει…
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε από την τηλεόραση η Μενεγάκη: «Ήθελα να είμαι κοντά στον άντρα μου! Κακό είναι αυτό;». Ο Μπάμπης σκούπισε ένα δάκρυ που κύλησε στο μάγουλό του. Γιατί δεν είχε συναντήσει κι αυτός μια τέτοια γυναίκα; Γιατί η Κλωθώ δεν επιφύλαξε και γι’ αυτόν έναν τέτοιο μεγάλο έρωτα, μια αδελφή ψυχή να τον συντροφέψει στα ανεμοδαρμένα ύψη του επιπέδου του; Δεν ήθελε τίποτ’ άλλο: μια τέτοια γυναίκα και λίγη ποίηση στη ζωή του. Άραγε η Μενεγάκη να μελετούσε και ποίηση; Ίσως αργά τις νύχτες. Του άρεσε του Μπάμπη να το πιστεύει αυτό. Του έδινε την αίσθηση ότι ναι, υπάρχει ελπίδα να βρει κι αυτός την γυναίκα των ονείρων του…

Advertisements