Ο Μπάμπης Καμένος, ο καλοπροαίρετος αλλά κάπως άτυχος δημοσιογράφος της New Prooptiki Times, ήταν προβληματισμένος. Τριγυρνούσε χωρίς εμφανή σκοπό από γραφείο σε γραφείο μέσα στην εφημερίδα, χαμένος στις σκέψεις του, χωρίς να καλοακούει τι του έλεγαν οι υπόλοιποι (και πολλά από όσα έλεγε ο ίδιος, βέβαια…) Στάθηκε δίπλα στον ψύκτη και ατένισε με φιλοσοφημένο βλέμμα τα πλαστικά ποτηράκια. Τι να έκανε με την Μπάρμπαρα Μπουρμπούλια, την ευειδή συνάδελφο κοσμικογράφο που είχε εκφράσει ευθέως την επιθυμία της να τον παντρευτεί; Κι αυτός το ήθελε, εδώ που τα λέμε, αλλά μήπως στην πραγματικότητα ήταν έτοιμος να κάνει τη μαλακία του πάλι; Ναι, η αλήθεια είναι πως ήταν πάντοτε άτυχος με τις γυναίκες. Ένας «ατυχήσας»… Δυστυχώς, όμως, κάθε φορά το καταλάβαινε όταν ήταν πολύ αργά πια… Ήταν, μάλλον, φυσικό: γενικότερα ήταν άτυχος: ο καλός θεός, για παράδειγμα, τον είχε κάνει Απολλωνιστή… Το αποτέλεσμα ήταν να πανηγυρίζει δυο φορές τον χρόνο, κι αυτές για λόγους που συνήθως δεν είχαν καμιά σχέση με το ποδόσφαιρο… Επίσης, έχανε συνέχεια πράγματα. Πράγματα που τα χρειαζόταν. Ο Μπάμπης παρατήρησε πως υπήρχαν πολλά πλαστικά ποτηράκια στον ψύκτη. Το κρύο νερό, όμως, είχε τελειώσει… Έβαλε από το ζεστό και θυμήθηκε εκείνη την παλιά ιστορία με τα κλειδιά του που είχε χάσει σ’ εκείνο το ρεμπετάδικο στα Εξάρχεια. Τον τελευταίο του καβγά με την Αμάντα, την εκρηκτική ξανθιά με το «βαρυσήμαντο» μπούστο. Άλλη μια ατυχής ιστορία από την ατυχή δεξαμενή του παρελθόντος του…

Τα τρύπια χέρια

Την είχε ξεσηκώσει νυχτιάτικα επειδή, φτάνοντας μπροστά στην πόρτα, είχε ανακαλύψει πως είχε χάσει τα κλειδιά του στο “Ταξίμι”.
«Αμάντα, θέλω να σου πω κάτι, αλλά…» είπε επιφυλακτικά ο Μπάμπης.
Η Λάουρα τσίτωσε αμέσως: «Α, μην αρχίζεις πάλι τα “αλλά”! Κουράστηκες, δεν με θες άλλο, αυτό δεν είναι; Σε πείραξε που…»
«Όχι δεν με πείραξε τίποτε, μόνο που…»
Η Αμάντα ξέσπασε: «Εμ, βέβαια, εσένα δεν σε πειράζει τίποτε, εσύ είσαι ο υπεράνω, βλέπεις, εσύ…»
«Όχι, δεν με κατάλαβες, εγώ…»
«Ναι, εγώ είμαι η χαζή, εγώ δεν καταλαβαίνω! Είναι ανάγκη να το κοπανάς συνέχεια; Ξέρεις, έχουμε ψυχή και μεις οι λιγότερο έξυπνοι από τη μεγαλειότητά σου…»
«Όχι, μωρό μου…»
«Μη με λες “μωρό σου”, άσε τα καλοπιάσματα, θέλεις πάλι να με τουμπάρεις και να επιβάλλεις τελικά το δικό σου, όπως κάνεις πάντοτε άλλωστε, δεν…»
«Η αλήθεια είναι ότι…» πήγε να πει ο Μπάμπης.
Η Αμάντα αντέδρασε σαν να την έπνιγε το δίκιο αιώνων: «Η αλήθεια! Όχι πάλι αυτή η “αλήθεια”! Έζησα τόσα χρόνια μέσα στο ψέμα με τους άνδρες και πάνω που γνώρισα κάποιον που πίστεψα ―η ηλίθια!― πως θα ήταν διαφορετικός, αυτός…»
«Κοίταξε Λάουρα, εγώ…»
«Ναι “Εγώ” και “Εγώ” και πάλι “Εγώ”! Για τους άλλους νοιάζεσαι ποτέ; Για τα συναισθήματά τους, για τις αδυναμίες τους; Ή δεν ευκαιρείς να κατέβεις από τον θρόνο σου;»
Ο Μπάμπης ούρλιαξε: «Άκουσέ με επιτέλους!»
Η Λάουρα ούρλιαξε πιο δυνατά: «Εγώ δεν ακούω; Μα μόνον εγώ ακούω, εσύ είσαι που δεν ακούς ποτέ! Δεν με νοιάζεσαι, με κάνεις να νοιώθω αβεβαιότητα και μοναξιά, λες και το κάνεις επίτηδες, κάθε φορά που…»
Ο Μπάμπης τη διέκοψε: «Έχασα τα κλειδιά μου!»
«Πάλι; Τι ’σαι συ, ρε φίλε; Τρύπια είναι τα χέρια σου; Μέχρι και ταμπελίτσα “Μπάμπης” σου είχα βάλει επάνω για να μην τα μπερδεύεις! Αμάν πια! Πού τα έχασες;»
«Στο “Ταξίμι”…»

Λειτουργοί της Ενημέρωσης…

Ο Μπάμπης έκανε έναν μορφασμό μόλις ήπιε από το χλιαρό νερό. Είχε χάσει την Αμάντα για ένα κλειδί με το όνομά του επάνω! Ήταν συμβολικό και ήταν ταιριαστό! Αυτό ήταν το “κλειδί” για να καταλάβει κι αυτός ο ίδιος την ατυχία του με τις γυναίκες.
Πήρε μια εφημερίδα από την στοίβα δίπλα στον ψύκτη και πήγε κατευθείαν στα αθλητικά. Συνήθως τα βαριόταν τα πολιτικά… Εντάξει, δημοσιογράφος, σκέφτηκε, αλλά… Ωπ! Πάλι είχε χάσει το Απολλωνάκι… Έκλεισε την εφημερίδα και την έβαλε πίσω στην στοίβα. Το μυαλό του ξαναγύριζε στην Αμάντα: πάντως είχε περάσει πολύ καλά εκείνο το βράδυ στο «Ταξίμι»! Όλα ήταν ωραία: τα τραγούδια, η ατμόσφαιρα, η παρέα. Μερακλήδικη παρέα! Κι εκείνο το παλικάρι που είχε φέρει κάποιος στην παρέα (Σάββα «κάπως» τον έλεγαν) ήταν πολύ ξηγημένος τύπος! Ο Μπάμπης είχε εντυπωσιαστεί μαζί του. Α, ναι! Ξηρός ήταν το επώνυμό του: Σάββας Ξηρός. Πολύ τυπάρα! Κι ο Πάρκινσον καλός ήταν! Είχε τον ρυθμό μέσα του εκείνο το παιδί!
Ο Μπάμπης χαμογέλασε στον ψύκτη. Εκείνος αντέδρασε με ένα γουργουρητό, σαν να τον κορόιδευε. Δε βαριέσαι, σκέφτηκε ο Μπάμπης. Ήταν ωραίες εποχές, πάντως! Τι να απέγινε εκείνη η παλιοπαρέα; Τι να απέγινε η Αμάντα με το αξιομνημόνευτο μπούστο; Και τα κλειδιά του ― τι είχαν απογίνει άραγε τα κλειδιά του;

Ένας τυχερός άνθρωπος

Ο Αστυνόμος Μπέκας έβγαλε από τον φάκελο τα κλειδιά και τα κοίταξε.
«Αυτά είναι τα πειστήρια από τη γιάφκα;» ρώτησε τον αστυνομικό – κούριερ που περίμενε στην πόρτα.
«Μάλιστα, κύριε», είπε ο κούριερ υπηρεσίας.
«Τα περίμενα τρία χρόνια πριν…»
«Το είχατε πληρώσει το δέμα ως επείγον, κύριε;»
«Δεν το σκέφτηκα τότε… Παρασύρθηκα από τη διαφήμισή σας… Άμεση παράδοση… Κάτι τέτοιο έλεγε…»
«Λυπάμαι, κύριε», είπε ο κούριερ υπηρεσίας παίζοντας αμήχανα με το κράνος του. «Η κίνηση στους δρόμους ― καταλαβαίνετε… Ήταν και το ΠΑΣΟΚ τότε, τα συμφέροντα, η διαπλοκή…»
«Σωστά… Σωστά…» μουρμούρισε ο Μπέκας αφηρημένος. Το μάτι του είχε πέσει σ’ ένα κλειδί με μια ταμπελίτσα «Μπάμπης» επάνω.
«Αποτυπώματα πήρατε ή πρέπει να περιμένουμε να ξανάρθει το ΠΑΣΟΚ για να φτάσουν σε μας;» είπε αγενώς ο Αστυνόμος Μπέκας.
Ο αστυνομικός – κούριερ ζάρωσε: «Μπάμπης Καμένος, κύριε. Δημοσιογράφος…», είπε διστακτικά.
«Αχά!» είπε σιβυλλικά ο Αστυνόμος Μπέκας Τα ΜΜΕ, πάλι. Η διαπλοκή σ’ αυτόν τον τόπο δεν είχε άκρη να την πιάσεις! Ήρθε στο μυαλό του ο Παλαιοκρασσάς… «Τι να σου κάνει κι αυτός…» μονολόγησε.
Ο Αστυνόμος Μπέκας σήκωσε το τηλέφωνο και σχημάτισε στο καντράν τον αριθμό του Μπάμπη Καμένου.
«Κύριε Καμένε, χάσατε μήπως κάποτε τα κλειδιά σας;»
«Εεεε, μια φορά μόνο…» είπε πονηρά ο Μπάμπης… «Ποιος είναι;»
Η φωνή αγνόησε την ερώτησή του: «Και έγραφαν “Μπάμπης” επάνω;»
Ο Μπάμπης αναπήδησε στη θέση του. Αυτό ήταν από τα άγραφα! «Ρε Σάββα, εσύ είσαι ρε παλιόπαιδο; Τι έγινες, ρε ψυχή; Χάθηκες… Πού να στα λέω μ’ αυτά τα κλειδιά…» Ο Μπάμπης δεν πρόσεχε τη φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής. Τώρα που βρήκα τα κλειδιά θα πάω να τα τρίψω στη μούρη της Αμάντας! Στο μυαλό του Μπάμπη πέρασε στιγμιαία το μπούστο της… Βρέθηκαν τα κλειδιά!Τελικά είμαι πολύ τυχερός άνθρωπος!

Advertisements