Το βλέμμα της Πάρις Χίλτον. Το είδα στις αφίσες που γέμισαν τελευταία την Αθήνα, παντέρημα διαφημιστικά κάποιου περιοδικού. Το είδα και σιγά – σιγά εγκαταστάθηκε στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Και ανιχνεύω, μέρες τώρα, το γιατί. Κάτι μου λέει αυτό το βλέμμα: δεν ξέρω τι ακριβώς, αλλά είναι κάτι τρομακτικό, κάτι που με κάνει να νοιώθω άβολα… Το λεωφορείο έχει σταματήσει στο φανάρι κι εγώ κοιτάζομαι στα μάτια με την Πάρις, μέσα από το κλειστό τζάμι. Και νοιώθω μιαν απροσδιόριστη απειλή.
Ίσως επειδή αυτήν την απελπισία που διακρίνω την έχω κι εγώ κάπου μέσα μου, κι ας την παλεύω με άλλους τρόπους: δεν γυρίζω τσόντες, φυσικά. Ίσως επειδή μεγάλωσα πια και δεν μπορώ. Ίσως επειδή είμαι καλύτερος, ίσως πάλι επειδή είμαι κάτι λιγότερο… Αλλά αυτό το βλέμμα μου φαίνεται ότι ακολουθεί μιαν αλαφιασμένη διαδρομή ανάμεσα στο τίποτα, μια δημόσια απελπισία και έναν μπαϊλντισμένο ναρκισισμό…
Ίσως, πάλι, όλα αυτά να συμβαίνουν επειδή διαισθάνομαι μιαν έλλειψη νοήματος μέσα σ’ αυτό το βλέμμα. Κι έχω μάθει να τα σέβομαι κάτι τέτοια… Λες κι αυτή η γυναίκα δεν έχει βρει ακόμη για ποιον λόγο ζει. Θα μου πεις, δεν είναι και η μόνη… Ναι, βέβαια, αλλά κάνει πολλή φασαρία. Περισσότερη απ’ ό,τι έκαναν άλλες γυναίκες ―και άντρες― που γνώρισα στη διαδρομή του ιδιωτικού μου βίου. Είναι, λες, η δημόσια εκδοχή κάποιων μισοδυστυχισμένων πλασμάτων που γνώρισα και είχαν τα ίδια τέρατα να να αντιπαλέψουν, χωρίς το χρηματικό υπόβαθρο τής εν λόγω…
Το βλέμμα της σκανάρει στα γρήγορα το μέσα μου. Στο τέλος, ευλογώ τον άγνωστο άγγελό μου. Εκείνον που μου έδωσε δώρα πολλά και δύσκολα, αντιφατικά και αντικρουόμενα, αλλά μου έδωσε και την ευκαιρία, την μυστήρια δυνατότητα να τα φέρω βόλτα όλ’ αυτά. Χαλάλι, λοιπόν. Αυτό το πλάσμα, όμως, μου μοιάζει να μην μπορεί να φέρει βόλτα αυτά που του έλαχαν στη ζωή…

Advertisements