Η σκοτεινή φιγούρα έστριψε βιαστικά στη γωνία του δρόμου και χώθηκε στον τηλεφωνικό θάλαμο. Στο λιγοστό φως φάνηκε για μια στιγμή το αγριωπό, βλογιοκομμένο πρόσωπο ενός αδίστακτου άντρα. Αν υπήρχε μέσα στο μισοσκόταδο του δρόμου κάποιο παρατηρητικό μάτι, θα μπορούσε να διακρίνει το κόκκινο κασκόλ με μια ημερομηνία γραμμένη, «17 Νοέμβρη», κι ένα αστέρι επάνω, όπως και το τατουάζ στην άκρη του καρπού του με το κεφάλι του Τσε Γκεβάρα: Δεν υπήρχε αμφιβολία: ήταν τρομοκράτης!
Ο αδίστακτος άντρας σχημάτισε με έμπειρο χέρι το νούμερο της «Ελευθεροτυπίας» στο μισοσπασμένο καντράν του τηλεφώνου.
«Έχουμε βάλει…» πήγε να πει λίγο μετά.
«Μισό λεπτό, σας βάζω στην αναμονή…» ακούστηκε μια βιαστική φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής.
Ο αδίστακτος τρομοκράτης άκουσε για λίγο μοντέρνες επιτυχίες. Αφηρημένος άρχισε να κρατά το ρυθμό χτυπώντας τα δάκτυλα στο σαρανταπεντάρι που κρεμόταν στη ζώνη του. Μια διαφήμιση λίγο μετά τράβηξε την προσοχή του. H «Μπόμπαφον» προσέφερε μια καινούργια αχτύπητη υπηρεσία, το i-bomb! Μπορούσες να ειδοποιείς για τοποθέτηση βόμβας με απόλυτη προτεραιότητα για 500 λεπτά το μήνα μόνο με τρία ευρώ πάγιο! Ο τρομοκράτης χάραξε με το μαχαίρι του τον κωδικό της υπηρεσίας πάνω στο άλλο μπράτσο του. Ήταν αναμφίβολα σκληρός κι αδίστακτος! Θα του χρειαζόταν, όμως, οπωσδήποτε αυτό το πακέτο, το i-bomb. Κανείς δεν τον έπαιρνε στα σοβαρά τελευταία. Είχε μάθει απ’ έξω όλες τις τελευταίες κυκλοφορίες ακούγοντας υπομονετικά με τις ώρες σε τηλεφωνικές αναμονές.
«Σας ακούω», ξαναβγήκε η φωνή στη γραμμή.
«Βόμβα!» είπε βιαστικά πριν τον ξαναβάλουν στην αναμονή.
«Σας συνδέω με την Άμεσο Δράση», ακούστηκε αδιάφορη η τηλεφωνήτρια.
Η Έλλη Κοκκίνου ενημέρωσε τον αιμοσταγή τρομοκράτη για την καινούργια της δουλειά στα επόμενα λεπτά της αναμονής. Μετά ενημερώθηκε για εκπτώσεις σε κάποια αξεσουάρ αυτοκινήτου. Και για καινούργια αντικλεπτικά. Το τελευταίο, για κάποιον ανεξιχνίαστο λόγο, τον ενδιέφερε. Χάραξε πάλι κάτι στο μπράτσο του. Άβυσσος η ψυχή ενός τρομοκράτη…
Μόλις άνοιξε εκ νέου η γραμμή, η σκοτεινή φιγούρα σάλεψε και μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά ακούστηκε να λέει: «Θέλω να σας ενημερώσω…»
«Δεν ενδιαφέρομαι, κύριέ μου», απάντησε κοφτά η βαριά αντρική φωνή από την άλλη πλευρά.
«Μα…»
«Τι είναι πάλι; Πιστωτικές κάρτες; Δεν ενδιαφέρομαι…»
Η γραμμή είχε κλείσει. Ο αδίστακτος τρομοκράτης στάθηκε διστακτικός με το ακουστικό στο χέρι. «Δε γαμιέται…» μονολόγησε και ξαναπήρε το νούμερο. Έριξε τα μούτρα του και μόλις άνοιξε και πάλι η γραμμή είπε: «Κοιτάξτε, τηλεφωνώ εκ μέρους…»
«Και γιατί δεν παίρνει ο ίδιος;» ακούστηκε άγρια η ίδια βαριά, αλλά και μπαϊλντισμένη φωνή.
«Ποιος να πάρει;» ψέλλισε απορημένη η σκοτεινή φιγούρα.
«Εκ μέρους ποιανού τηλεφωνείτε, κύριέ μου;»
«Οι Επαναστατικοί…» πήγε να πει ο σαστισμένος τρομοκράτης.
«Νάτα μας πάλι! Δεν ενδιαφέρομαι για την επαναστατική υπηρεσία σας, την επαναστατική προσφορά σας, την επαναστατική κάρτα σας! ΔΕΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΑΙ!» ούρλιαξε στο τηλέφωνο η κουρασμένη φωνή κι έκλεισε πάλι τη γραμμή.
Η σκοτεινή φιγούρα έσυρε κουρασμένη τα βήματά της έξω από τον τηλεφωνικό θάλαμο. «Πώς άλλαξε ο κόσμος τα τελευταία χρόνια…» αναλογίστηκε. Στο μυαλό του ήρθε εκείνος ο γέρος θείος του πατέρα του που, χρόνια πριν, αρνιόταν να βάλει τηλέφωνο στο σπίτι του… «Στο σπίτι μου, θέλω την ησυχία μου», έλεγε. «Α ρε μπαρμπα – Κώστα», μονολόγησε η τραγική τρομοκρατική φιγούρα.
Πλησίασε στο επόμενο στενό το παρκαρισμένο κλεμμένο Φίατ με τους συνεργάτες του. «Πρέπει να πάμε εμείς εκεί. Δεν τα κατάφερα… Δεν γινόταν…»
«Όχι δεν γινόταν. Εσύ δεν μπόρεσες! Καλά τα λέει ο ψυχαναλυτής σου! Είσαι καταθλιπτική προσωπικότητα. Ανίκανος να ανταπεξέλθεις στις απαιτήσεις της καθημερινής πραγματικότητας…».
«Νομίζεις πως είναι η κατάλληλη στιγμή;» τον κάρφωσε με το παγερό βλέμμα του ο αδίστακτος τρομοκράτης….

Τα λάστιχα του κλεμμένου Φίατ στρίγγλισαν καθώς έστριβε στη Μητροπόλεως. «Δεκαπέντε λεπτά», είπε ο συνοδηγός με την μεγάλη ουλή που διέσχιζε όλη την αριστερή πλευρά του προσώπου του.
Οι αδίστακτοι τρομοκράτες πλησίασαν έναν εργάτη που καθάριζε κάτι τζάμια σ’ ένα μαγαζί.
«Κύριε, ξέρετε…» ξεκίνησε να λέει ο ένας.
«Δεν έχω, δεν έχω…» είπε ο εργάτης και γύρισε στη δουλειά του.
«Έχει μπει βόμβα!» του είπε δυνατά ο τρομοκράτης.
«Βόμβα; Θεέ και Κύριε! Ποιος την έβαλε;» ρώτησε σαστισμένος ο εργάτης.
«Εεεε…» Ο αδίστακτος τρομοκράτης τα έχασε. «Αυτός!» είπε κι έδειξε τον διπλανό του τρομοκράτη.
«Γιατί ρε φίλε;» ρώτησε ο εργάτης.
«Το καπιταλιστικό…» ξεκίνησε να εξηγεί ο στυγερός τρομοκράτης.
Ο διπλανός του τον σκούντησε στον ώμο. «Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή», ψιθύρισε στο αυτί του.
«Ναι, σωστά», παραδέχθηκε εκείνος. «Μπορείτε, αν θέλετε να διαβάσετε την προκήρυξή μας. Θα περιέχει αναλυτικά…»
«Πού θα τη βρώ;» ρώτησε καχύποπτα ο εργάτης.
«Στην “Ελευθεροτυπία”…»
«Δεν διαβάζω “Ελευθεροτυπία”», είπε κοφτά ο εργάτης.
«Μα, εκεί τη στείλαμε…»
«Να τη στέλνετε στον Τριανταφυλλόπουλο άλλη φορά», είπε βλοσυρά ο εργάτης.
«Μα…»
«Αβαντάρετε κι εσείς τον Φυντανίδη; Α να χαθείτε, λέω γω…»
«Εμείς…»
«Και ροζ γραμμές και αναθέσεις έργων και δεν ξέρω γω τι άλλο! Ου να μου χαθείτε, ρε!»
Οι τρομοκράτες κοίταζαν σαστισμένοι ο ένας τον άλλον. «Η βόμβα!», είπε ξαφνικά ο ένας κι άρχισαν να τρέχουν. Ο εργάτης τους κοίταξε με περιφρόνηση καθώς απομακρύνονταν. «Διαπλεκόμενοι…» μονολόγησε ο εργάτης κι έπιασε να καθαρίζει πάλι τα τζάμια.

Πάλι αυτός;

Ο Αστυνόμος Μπέκας έτριψε τους κροτάφους του και κατάπιε άλλη μια ασπιρίνη. Από το πρωί η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου. Το τηλέφωνο δεν είχε σταματήσει να χτυπά. Έπρεπε να συγκεντρωθεί και να σκεφτεί, αλλά δεν τον άφηναν. Έπρεπε να φτιάξει το προφίλ του δράστη της βομβιστικής επίθεσης. Η Αντιτρομοκρατική περίμενε. Ο Αστυνόμος Μπέκας προσπαθούσε να ξεκινήσει, αλλά το μόνο που του ερχόταν στο μυαλό ήταν το πρόσωπο του Μπάμπη Καμένου, του διανοούμενου δημοσιογράφου της New Prooptiki Times. Μυστήριο… Αυτός ο άνθρωπος κόντευε να γίνει ο εφιάλτης του. Τον έβρισκε μπροστά του σε κάθε υπόθεση που αναλάμβανε. Κι αν το ένστικτο του Αστυνόμου Μπέκα ήταν σωστό; Αν η δημοσιογραφική ιδιότητα ήταν η κάλυψη ενός πανούργου τρομοκράτη; Ξεφύλλισε αφηρημένος την New Prooptiki Times. Στη σελίδα 10 σταμάτησε ξαφνιασμένος. «Τι θράσος!» του ξέφυγε πριν καταλάβει ότι μιλούσε μόνος του…
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο. Ο ήχος του κουδουνίσματος ήταν επιτακτικός, σαν να μη σήκωνε πολλά – πολλά το πρόσωπο από την άλλη άκρη της γραμμής.
«Who is Babis?» άκουσε την αυστηρή φωνή του Αμερικανού Πρέσβη ο Αστυνόμος Μπέκας μόλις σήκωσε το ακουστικό.

Advertisements