Ο Μπάμπης Καμένος, ο έγκυρος δημοσιογράφος της ακόμη πιο έγκυρης New Prooptiki Times, έβλεπε μπροστά του την επιβράβευση της εγκυρότητάς του: μέσα στον φάκελο που είχε καταφθάσει από την Προεδρία της Δημοκρατίας υπήρχε μια πρόσκληση για την δεξίωση στο Προεδρικό Μέγαρο «προς τιμήν των εκπροσώπων των Μέσων Επικοινωνίας». Ο Μπάμπης πέταξε δίπλα του με αδιάφορο ύφος την πρόσκληση και κρυφοκοίταξε αν τον έβλεπαν οι συνάδελφοι. Θα του άρεσε να έβλεπαν όλοι την αδιαφορία του, το στυλ με το οποίο αρχειοθετούσε τις υψηλής προελεύσεως προσκλήσεις που λάμβανε… Αλλά δεν τον έβλεπε κανείς. Υπέθεσε πως αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι ήταν 9 η ώρα το πρωί και τέτοια ώρα μόνον ο Μπάμπης και οι σαλεπιτζήδες στην Ομόνοια δούλευαν. Είχε δεχθεί να δουλέψει σήμερα από το πρωί αφού είχε πάρει τη διαβεβαίωση πως θα πληρωνόταν υπερωριακά. Είχε ανάγκη τα χρήματα…
Η επικοινωνία του με τον Οδυσσέα Κυριακόπουλο την προηγουμένη είχε καταλήξει σε αποτυχία. Ο Μπάμπης είχε γνωστοποιήσει στον πρόεδρο του ΣΕΒ την επιθυμία του να γνωρίσει κάποιον «γενναιόδωρο κύριο». Ο Μπάμπης ήταν διατεθειμένος να δουλέψει στον χώρο του ή στον χώρο του κυρίου. Ο Οδυσσέας Κυριακόπουλος είχε διευκρινίσει ευγενικά στον Μπάμπη πως είχε παρανοήσει τις δηλώσεις του περί «γενναιόδωρων» εργοδοτών. Άλλο εννοούσε… Ο Μπάμπης απογοητεύτηκε.
Αλλά να που σήμερα το πρωί η δουλειά του επιτέλους γνώριζε μιαν αναπάντεχη επιβράβευση! Από τον ίδιο τον Πρόεδρο! Το βράδυ θα γνώριζε μεγαλεία!

Ένδυμα βαθύχρωμο…

Η Μπάρμπαρα Μπουρμπούλια είχε εντυπωσιαστεί. Η ίδια, αν και διάσημη κοσμικογράφος, δεν είχε λάβει πρόσκληση για την δεξίωση. Ευτυχώς, όμως, θα πήγαινε ως συνοδός του Μπάμπη! Γύρισε και τον κοίταξε με ανυπόκριτο θαυμασμό. Αυτός ο άντρας την άγγιζε στον βαθύ εσωτερικό πυρήνα της θηλυκότητάς της. Στο κέντρο της αγνής γυναικείας προσωπικότητάς της, εκεί όπου μόνον ένα αποφασιστικό, επιτυχημένο αρσενικό θα μπορούσε ποτέ να διεισδύσει και, ίσως, αν ήταν τυχερός να γευθεί μια στάλα από τους χυμούς του θαυμασμού της και να δρέψει τον καρπό της παράδοσής της. Ο Μπάμπης, στην άλλη άκρη του δωματίου, ντυνόταν σύμφωνα με το τυπικό: «Ένδυμα βαθύχρωμο», έγραφε στο κάτω μέρος της η πρόσκληση. «Κανένα πρόβλημα», σκέφτηκε ο Μπάμπης. Φόρεσε το μαύρο τζην του, ένα μαύρο πουκάμισο και μαύρες μπότες. Κοίταξε με ικανοποίηση τον καθρέφτη και γύρισε προς την Μπάρμπαρα.
― Μ’ αρέσει το στυλ σου, Μπάμπη! Είσαι από την Κρήτη;
― Όχι. Από τα Πατήσια…
― Κρίμα, είπε μυστηριωδώς η Μπάρμπαρα.
Ο Μπάμπης παραξενεύτηκε. Τι εννοούσε με το «κρίμα» η Μπάρμπαρα; Ο Μπάμπης θεώρησε φρόνιμο να μη ρωτήσει. Κάτι του έλεγε πως η απάντηση δεν θα του άρεσε…
― Πάμε; ρώτησε την Μπάρμπαρα, ανυποψίαστος γι’ αυτά που θα ακολουθούσαν.

Το σύννεφο έφερε Ντόρα…

Η Νατάσσα Καραμανλή πλησίασε και άπλωσε το χέρι προς την Μπάρμπαρα για μια χειραψία.
― Έλα! Δεν το πιστεύω! αναφώνησε η Μπάρμπαρα και πήγε να τη φιλήσει. Καθώς η κυρία πρωθυπουργού τραβιόταν διακριτικά, η Μπάρμπαρα άπλωσε το χέρι και δοκίμασε την υφή του υφάσματος της μπλούζας της Νατάσσας.
― Ωραίο είναι, από πού το πήρες; Ψάχνω από καιρό ένα τέτοιο…
Εκείνη τη στιγμή ο Μπάμπης την τράβηξε διακριτικά, προκειμένου να τη συστήσει σε έναν παλιό γνώριμο: τον Κώστα Καραμανλή!
― Πού χάθηκες ρε παιδί; είπε κεφάτα ο Καραμανλής στον Μπάμπη.
― Εγώ εδώ είμαι, εσύ πού είσαι;
Ο Καραμανλής κατάλαβε πως η κουβέντα δεν οδηγούσε πουθενά και προσπάθησε να αποφύγει το αδιέξοδο:
― Εγώ είμαι στο Μαξίμου, εσύ πού είσαι;
― Στην Καλλιθέα, απάντησε ο Μπάμπης χαρούμενος. Θησέως και Σκρα γωνία. Γιατί δεν έρχεστε κάνα βράδυ να τα πούμε με ησυχία; Έχουμε και «Αυλόγυρο» δίπλα…
Στο βάθος του πρωθυπουργικού βλέμματος φάνηκε βαθιά μια στιγμιαία λυπημένη ανταύγεια.
― Θα δούμε, είπε απλά, και πήρε τον Μπάμπη παράμερα.
Ο Κώστας Καραμανλής έπιασε τον Μπάμπη από τον ώμο, έσκυψε και του είπε εμπιστευτικά:
― Ξέρεις, Μπάμπη, αντιμετωπίζω κάποια προβλήματα τελευταία και θα ήθελα τη γνώμη σου. Ξέρεις ότι εκτιμούσα την άποψή σου από τον καιρό του Ταφτς…
Ο Μπάμπης κατάλαβε πως το κρασάκι είχε αρχίσει να τον πειράζει τον Κώστα. Ο Μπάμπης δεν ήταν ποτέ στο Ταφτς. Ούτε τη Νομική δεν είχε καταφέρει να τελειώσει… Με κάποιον άλλον τον μπέρδευε… Θεώρησε καλύτερο, όμως, να μην τίποτα.
― Τι είναι ρε Κώστα; Μια χαρά σε βλέπω! Αδυνάτισες κιόλας!
― Ακριβώς! Ούτε να φάω δεν έχω διάθεση! Να, τελευταία μ’ έχει πιάσει και μια αναβλητικότητα. Όλο λέω να κάνω πράματα κι όλο τα αναβάλλω… Δεν έχω κέφι για τίποτα…
― Να το κοιτάξεις αυτό, Κώστα. Μην το αφήνεις. Μήπως έχεις κατάθλιψη;
Ο Μπάμπης κοίταξε γύρω συνομωτικά, είδε κάποια μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου και δαγκώθηκε. Εμ βέβαια, πώς να μην πέφτει σε κατάθλιψη ο Κώστας; Τους ξανακοίταξε πιο προσεκτικά. «Πάλι καλά! Και λίγο είναι», σκέφτηκε.
― Δεν ξέρω ρε Μπάμπη, εσύ τι λες να κάνω;
― Ανασχηματισμό, μήπως; αποτόλμησε να ρωτήσει ο Μπάμπης.
Ο Καραμανλής τον κοίταξε με απόγνωση.
― Και ποιους να βάλω;
― Τους δικούς σου!
― Τους έχεις δει;
Η αύρα της απάνθρωπης μοναξιάς του Κώστα Καραμανλή τύλιξε τον Μπάμπη σαν δυσοίωνο σύννεφο.
― Βάλε την Ντόρα, είπε με μια τελευταία ελπίδα να αχνοφέγγει στο τελείωμα των λόγων του.
Ο Καραμανλής έσκυψε το κεφάλι και προσπάθησε να σκουπίσει διακριτικά ένα δάκρυ.
― Έχει πολύ καπνό εδώ μέσα, είπε…
― Σε πιέζει αυτή η κατάσταση, έτσι Κώστα;
― Δεν μπορείς να φανταστείς… Τις νύχτες ξεσπάω στο ψυγείο…
Ο Μπάμπης κοίταξε με οίκτο τον Κώστα.
― Πώς νοιώθεις; τον ρώτησε.
― Φέρομαι ενοχλημένος, του απάντησε με έμφαση ο Κώστας Καραμανλής. Μου φαίνεται θα το ρίξω στις μεταρρυθμίσεις να ξεσκάσω…
― Όλοι μας χρειαζόμαστε πότε – πότε ένα διάλειμμα, συμφώνησε ο Μπάμπης.
― Φοβάμαι μην το παρακάνω, όμως… Διστάζω…
Ο Μπάμπης σκέφτηκε τον Προκόπη Παυλόπουλο…
― Δεν υπάρχει φόβος, Κώστα, είπε χωρίς να κοιτάζει στα μάτια τον Καραμανλή…
― Κοίταξέ με στα μάτια, Μπάμπη! Σαν άντρας προς άντρα! Σαν τον Έλτον Τζον με τον αγαπημένο του στην εκκλησία! Να κάνω κι άλλες μεταρρυθμίσεις;
Ο Μπάμπης δίστασε. Η παρομοίωση με τον Έλτον Τζον δεν του πολυάρεσε. Αν ήταν ο Αλαβάνος απέναντί του θα ήξερε τι να πει…
― Να κάνεις! πέταξε ο Μπάμπης χωρίς να το καλοσκεφτεί. Κώστα, άλλαξέ τα όλα!
― Δεν θυμίζει λίγο Παπανδρέου αυτό;
Ο Κώστας είχε δίκιο. Θύμιζε λιγάκι…
― Μήπως να ξαναπάρεις τον Μάνο και τον Ανδριανόπουλο; είπε ο Μπάμπης σε μια έμπνευση της στιγμής.
Ο Καραμανλής απέμεινε σκεφτικός για λίγη ώρα.
― Τελικά μάλλον θα βάλω την Ντόρα… είπε κι απομακρύνθηκε. Ένα πρωθυπουργικό ράκος κατευθυνόταν προς τον μπουφέ με ανεξιχνίαστες προθέσεις…

Advertisements