Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι όλοι ευτυχισμένοι με τον ίδιο τρόπο: πάνε στα Σεμινάδικα και γλεντάνε. Οι δυστυχισμένοι άνθρωποι, όμως, είναι δυστυχισμένοι καθένας με τον δικό του, διαφορετικό τρόπο.
Τέτοιες σκοτεινές σκέψεις στριφογύριζαν στο μυαλό του Μπάμπη Καμένου, του φεγγαροχτυπημένου δημοσιογράφου της New Prooptiki Times, της εφημερίδας που είχε φέρει στο φως τις πιο σκοτεινές πτυχές της επιφανειακά λαμπερής Νέας Διακυβέρνησης…
Η μέρα είχε ξεψυχήσει λίγο πριν και μέσα στη σκοτεινή μεγάλη αίθουσα συντακτών αντιφέγγιζε μόνον η γαλαζωπή λάμψη από τις οθόνες των υπολογιστών. Ώρα να σχολάσω, αποφάσισε ο Μπάμπης και βγήκε στον διάδρομο. Μόνο το Λογιστήριο είχε φως, πρόσεξε… «Σπατάλες», σκέφτηκε καθώς κατευθυνόταν προς το ασανσέρ. Μετά θυμήθηκε τα νέα μέτρα κατά της σπατάλης που είχε λάβει η Νέα Διακυβέρνηση για τη συντήρηση των ασανσέρ… Προτίμησε να κατέβει από τις σκάλες. «Κάλιο γαϊδουρόδενε…», σκέφτηκε.
Βγήκε στο δρόμο και ανάσανε βαθιά το βραδινό αεράκι. Ο πεζόδρομος ήταν γεμάτος κόσμο. Ζευγαράκια βάδιζαν πιασμένα χέρι – χέρι… Κάτι Πακιστανοί στην γωνία διάβαζαν όρθιοι την «Α1»… Παιδάκια έπαιζαν γύρω από τα παγκάκια… Εκτός από ένα που καθόταν μόνο του παράμερα και κοίταζε βουρκωμένο τα υπόλοιπα. «Παράξενο παιδάκι», σκέφτηκε ο Μπάμπης. «Έχει αρχή φαλάκρας! Για φαντάσου…»
Ο Μπάμπης ακούμπησε την τυρόπιτα που έτρωγε σ’ ένα παγκάκι κι έσκυψε να δέσει τα κορδόνια του. Ξαφνικά ένα παιδί με μια κιθάρα πέρασε σαν σίφουνας, βούτηξε την τυρόπιτα κι εξαφανίστηκε στη στιγμή. «Παράξενο», σκέφτηκε σαστισμένος ο Μπάμπης. «Κι αυτό το παιδάκι είχε αρχή φαλάκρας…» Όλα έμοιαζαν περίεργα απόψε… Ή τα έκανε να φαίνονται περίεργα το φεγγαρόφωτο… Στράφηκε προς το παράξενο βουρκωμένο παιδάκι που κανένας δεν του έδινε σημασία κι εκείνο έπαιζε μοναχό του με μια ψεύτικη κάμερα…
― Ξέρεις ποιο παιδάκι έκλεψε την τυρόπιτα; το ρώτησε.
― Κανείς! Δεν κλάπηκε καμιά τυρόπιτα, απάντησε με σιγουριά ο μικρός.
― Αφού… πήγε να πει ο Μπάμπης.
― Πρόκειται για φάρσα ή προβοκάτσια! είπε με εντυπωσιακή σιγουρία το παράξενο παιδάκι.
Του Μπάμπη του μπήκαν αμέσως ψύλλοι στ’ αυτιά:
― Πώς σε λένε παιδί μου;
― Ντοράκη!
― Ντοράκη; Τι όνομα είναι αυτό, παιδί μου;
― Ντοράκης Βουλγαράκης! απάντησε ο μικρός χαρούμενος που του έδινε ένας μεγάλος τόση σημασία.
― Μπράβο Ντοράκη… Από την Κρήτη είσαι;
― Δεν ξέρω, κύριος; Εσύ από πού είσαι;
― Εεεε…. Από δω… Τι θα γίνεις Ντοράκη όταν μεγαλώσεις;
― Λέω να ασχοληθώ με τις δημόσιες σχέσεις. Μοντέρνο επάγγελμα. Και με μέλλον. Μας το είπε και η κυρία Μαριέττα στο σχολείο…
― Ο Μπάμπης ήταν πλέον ψυλλιασμένος:
― Πώς είναι το μεγάλο όνομα της δασκάλας σου, Ντοράκη;
― Έχει δύο κύριε. Και Γιαννάκου και Κουτσίκου! Κι εγώ όταν μεγαλώσω θα έχω δύο ονόματα! Σαν την κυρία!
Κάτι δεν πήγαινε καλά… Ο Μπάμπης είχε την παράξενη αίσθηση πως κάπου, κάποτε τα είχε ξανακούσει όλα αυτά… Ένα ντεζά βυ τον περικύκλωνε απειλητικό. Ή κάποιος του έκανε πλάκα βραδιάτικα… Κοίταξε γύρω του ανήσυχος και στη συνέχεια προσπάθησε να ψαρέψει τον μικρό Ντοράκη.
― Και ποιο θα είναι το δεύτερο όνομά σου, Ντοράκη Βουλγαράκη;
― Δεν ξέρω ακόμη… Ίσως να λέγομαι Σαΐνης. Έτσι με φωνάζει ο Διευθυντής του σχολείου: «Σαΐνη, πες την προσευχή»…
Στα όρια της παράνοιας, ο Μπάμπης ρώτησε τον μικρό Ντοράκη:
― Άσε με να μαντέψω: μήπως τον διευθυντή τον λένε Κώστα;
― Ναι! Τον ξέρετε, κύριος; ρώτησε καχύποπτα με τη σειρά του ο μικρός Ντοράκης.
― Ίσως… είπε με ανεξιχνίαστο ύφος ο Μπάμπης. Αλλά, για πες μου, Ντοράκη, γιατί δεν παίζεις με τα άλλα παιδάκια;
― Δεν με παίζουν γιατί λένε πως είπα ψέματα…, είπε ο μικρός Ντοράκης και σκούπισε ένα δάκρυ που αργοκύλησε στο παιδικό προσωπάκι με την αρχή φαλάκρας…
― Γιατί είπες ψέματα, Ντοράκη;
― Γιατί ήρθε εκείνος ο κύριος και πήρε κάτι συμμαθητές μας Πακιστανούς από το σχολείο…
― Δεν καταλαβαίνω, ποιος κύριος;
― Ο μπαμπάς τους.
― Ολωνών ήταν ο μπαμπάς τους;
― Δεν ξέρω. Εγώ δεν είμαι μαρτυριάρης σαν τον Τάσο.
― Ποιον Τάσο;
― Τον Τάσο τον Παπαληγούρα, ντε! Που είχε κάνει κοπάνα προχτές και δεν άκουσε τον επιστάτη, τον κύριο Θεόδωρο, που είπε σε όλα τα παιδάκια πως αυτός ο κύριος ήταν ο μπαμπάς τους…
― Σίγουρα ήταν ο μπαμπάς τους, Ντοράκη;
― Είχε φέρει, πάντως, μαύρα σκουφάκια για όλα τα παιδάκια. Αλλά ήταν χαζά σκουφάκια: δεν είχαν τρύπες για τα μάτια και κανένα παιδάκι δεν έβλεπε την τύφλα του… Και μίλαγε και περίεργα στον κυρ – Θόδωρο, σαν αγγλικά που δεν ήταν.
― Τι δεν ήταν;
― Αγγλικά, ντε. Να, του έλεγε «πουτ δι πάκισταν ντάουν σλόουλι»…
Κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά…
― Και περνάτε καλά σ’ αυτό το σχολείο, Ντοράκη; ρώτησε ο Μπάμπης.
― Ουουου… Πολύ ωραία! Τα πιο ωραία είναι τα διαλείμματα!
― Την περισσότερη ώρα που έχετε μάθημα, δεν περνάτε καλά δηλαδή; ρώτησε ο Μπάμπης δήθεν έξυπνα.
― Την περισσότερη ώρα έχουμε διάλειμμα, τον αποστόμωσε ο μικρός Ντοράκης.
― Και τι κάνετε τόσες ώρες στα διαλείμματα; απόρησε ο Μπάμπης.
― Να, άλλα παιδάκια τρέχουν γύρω – γύρω και άλλα τους βάζουν τρικλοποδιές. Και όλοι γελάμε, εκτός από τα παιδάκια που τους έβαλαν τρικλοποδιά και έπεσαν κάτω. Μετά έρχεται ο επιστάτης και ρωτάει άγρια «Τι γίνεται εδώ;» και όλα τα παιδάκια λέμε πως φταίνε τα προηγούμενα παιδάκια που ήταν στο σχολείο πέρυσι. Και τότε ο κυρ – Θόδωρος λέει αυστηρά πως πρέπει να είμαστε καλά παιδιά και να τρώμε όλο το φαΐ μας σεμνά και ταπεινά… Και τα παιδάκια που δεν είναι μπουκωμένα απαντούν «Μάλιστα κύριε!» και φεύγουν τρέχοντας και φωνάζοντας «Απογραφηηηηηηή»…
― Τι είναι αυτό πάλι; ρώτησε ο Μπάμπης τον μικρό Ντοράκη.
― Η «Απογραφή»; Ούτε αυτό δεν ξέρεις κύριος; Παιχνίδι είναι, ντε! Ανοίγουμε όλοι τα καλαθάκια μας και μετράμε τι έχουν μέσα. Μετά πάμε στο κυλικείο και φωνάζουμε πως πεινάμε και ο κυρ Αλμούνιας μας δίνει επιδότηση.
― Επιδότηση;
― Μας δίνει λεφτά για να αγοράσουμε τα σάντουιτς που πουλάει. Πολύ χαζός. Εμείς παίρνουμε τα λεφτά και δεν αγοράζουμε σάντουιτς γιατί έχουμε χορτάσει με εκείνα που φάγαμε πριν παίξουμε απογραφή.
Ο Μπάμπης είχε αρχίσει να μπερδεύεται. «Προχωρημένα παιδιά», ήταν το μόνο που του ερχόταν στο μυαλό.
― Και μετά τι κάνετε;
― Παίζουμε ανασχηματισμό! Το ένα παιδάκι παίρνει τη θέση του άλλου και όποιο πάρει τον μουντζούρη το βάζει ο κύριος Κώστας όρθιο στη γωνία για μια ώρα και μετά το φωνάζει πίσω και του δίνει υφυπουργείο!
― Τι είναι το υφυπουργείο, πάλι;
― Ζαχαρωτό! Δεν τα ξέρετε τα υφυπουργεία, κύριος; Είναι σαν τους εργολάβους!
Ο Μπάμπης παραιτήθηκε:
― Άσε, μην μου πεις. Και το ζαχαροπλαστείο θα το λένε «Διαπλοκή» φαντάζομαι…
― Όχι! «Γιακουμάτος» λέγεται. Στην πλατεία! Ούτε αυτό το ξέρεις, κύριος; Πού ζεις;
― Εντάξει, εντάξει, φτάνει! Τελικά μαθαίνετε τίποτα σ’ αυτό το σχολείο;
― Αμέ! Ο κύριος Κώστας τα ξέρει όλα! Κι αν θες να ξέρεις, κύριος, έχει διαβάσει και ολόκληρο το «Κεφάλαιο» του Μαρξ!
Σε αυτό το ακριβώς το σημείο ο Μπάμπης πετάχτηκε από το κρεβάτι του. Τράβηξε προς την κουζίνα να φτιάξει καφέ χαμογελώντας.
― Τι όνειρο κι αυτό! μονολόγησε. Εντελώς κουφό! Άκου έχει διαβάσει ολόκληρο το «Κεφάλαιο» του Μαρξ… Τι βλέπει ο άνθρωπος στον ύπνο του…

Advertisements