Πέφτει, επιτέλους, μια λυτρωτική βροχή. Κι ας μην καταφέρει, εννοείται, ούτε αυτή να σκουπίσει τους ―ανεξίτηλους πια― λεκέδες στις πολυκαιρισμένες πλάκες της ψυχής. Είναι, όμως, μια παρηγοριά που πιάνει τόπο. Αρνητικά ιόντα επιδρούν θετικά στη διάθεσή μου. Ίσως τελικά να μην είμαι εγώ ο ανάποδος ― ίσως ο κόσμος να κρύβεται συνεχώς πίσω από παραμορφωτικούς καθρέφτες. Πηγαίνω στο παράθυρο και αφήνω λίγες σταγόνες να πέσουν στο χέρι μου…

3:05
Είχαμε πιει λίγο παραπάνω. Και κάποια στιγμή ένοιωσα να φουντώνει μέσα του ένα «ας πάνε όλα στο διάβολο». Του έμοιαζε λυτρωτικό ― ήταν εμφανές. Μισομεθυσμένος γύρισε και με κάρφωσε, όσο μπορούσε, με το βλέμμα του:
«Κι εσύ σαν αυτούς είσαι», μου είπε σαν να έφτυνε τις λέξεις προς το μέρος μου. «Αγκιστρωμένοι όλοι σας μίζερα στις αλήθειες σας. Τις φυλάτε σαν κλώσσες τα μικρά τους. Τις νταντεύετε με αυταπάρνηση. Αποφεύγετε όσους δεν τους στεριώνει καμμιά αλήθεια. Όσους έχουν καταναλώσει ήδη το μερτικό τους από αλήθεια και πίστη ― και δεν τους φτούρησε».

Ζύγισα προς στιγμήν την κατάσταση. «Έχεις δίκιο», του είπα προσεκτικά, με τον φόβο μην τον ερεθίσω περισσότερο. «Η πίστη σου είναι προπέρσινο μοντέλο, πασχίζεις να την πουλήσεις σε απόμερες γωνιές της αγοράς του κόσμου. Ποιος να την αγοράσει;»

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2006, 02:19

Με είχε επηρεάσει: ένοιωθα μέσα μου ταυτόχρονα μια σιωπή και έναν γενικευμένο θόρυβο να πλησιάζει. Έφυγα. Σήμερα επιστρέφω σε όλα αυτά και τα σκέφτομαι πιο ήρεμα. Και του δίνω κάποιο δίκιο: το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι οι κανόνες της ελεύθερης αγοράς που έγιναν τελικά η καινούργια μας στέρεη πραγματικότητα. Είναι που οι ίδιοι κανόνες πέρασαν και λειτουργούν με φυσικότητα στις ψυχές μας: μια ακόμη ελεύθερη αγορά, έρμαιο των «νέων επιχειρηματιών» του είδους.

Advertisements