Ο Μπάμπης, ο βιβλιόφιλος δημοσιογράφος της New Prooptiki Times, της εφημερίδας με την παγκοσμίως πιο έγκυρη στήλη βιβλιοκριτικής, έστριψε στη Σταδίου και μπήκε στο καφέ – βιβλιοπωλείο του «Ιανού». Έριξε μια γρήγορη ματιά στα τραπέζια με τις καινούργιες εκδόσεις. Τίποτε ιδιαίτερο: δεκαεφτά πολιτικοί είχαν εκδώσει καινούργιο βιβλίο, είκοσι εννιά δημοσιογράφοι, οκτώ τηλεπαρουσιαστές, διακόσιοι δέκα ηθοποιοί και η Σούλα του τρίτου. Σαράντα μυθιστορήματα κατέγραφαν με ζωντάνια την ζωή των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και τριάντα πέντε της Σμύρνης… Επίσης, ο Νίκος Αλιάγας γεννήθηκε Έλληνας.
― Μμμμ, έκανε ο Μπάμπης μπροστά στα τραπέζια με τα βιβλία. Η ιδέα ενός βιβλίου με τον τίτλο «Γεννήθηκα Μπάμπης» πέρασε στιγμιαία από το μυαλό του. Την κατέγραψε και την άφησε να ωριμάσει στα σκοτεινά υπόγεια του ασυνειδήτου του. Ποιος ξέρει; Ίσως εκείνην ακριβώς την στιγμή να είχε γεννηθεί ένα μπεστ σέλλερ…
Ο Μπάμπης κατευθύνθηκε στη σκάλα και ανέβηκε στο πατάρι όπου βρισκόταν το καφέ. Με το βλέμμα του αγκάλιασε την αίθουσα που βρωμοκοπούσε καλό γούστο, αγκάλιασε και τους θαμώνες που εντρυφούσαν στον γραπτό λόγο συνοδεία καφέ και κρουασάν. Συγκινημένος που επιτέλους βρισκόταν μεταξύ βιβλιόφιλων κάθησε σ’ ένα τραπέζι, παράγγειλε καπουτσίνο και άνοιξε την εφημερίδα. Νάτα μας! Συνέντευξη του Νίκου Αλιάγα με τίτλο «Μου την πέφτουν οι παντρεμένες!»
«Εμένα γιατί δεν μου την πέφτουν οι παντρεμένες, γαμώτο;», αναρωτήθηκε με κρυφό παράπονο ο Μπάμπης. Απόμεινε για λίγο σκεφτικός κοιτάζοντας την φωτογραφία του γοητευτικού δημοσιογράφου. «Η αλήθεια είναι ότι δεν μου την πέφτουν ούτε οι ανύπαντρες», αναγνώρισε με ειλικρίνεια σε λίγο ο Μπάμπης. Για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, ο Μπάμπης θεώρησε πως αυτό ήταν καθησυχαστικό… Όσο νάναι, άλλο είναι να μη σου την πέφτει ποτέ καμία και άλλο να μη σου την πέφτει μια συγκεκριμένη πολυπληθής κατηγορία γυναικών…
Και ο Νίκος Αλιάγας φαίνεται πως βίωνε ένα δράμα παρόμοιο με του Μπάμπη: ΔΕΝ του την έπεφταν οι ανύπαντρες! Ο Μπάμπης ένοιωσε προς στιγμήν αλληλεγγύη για τον Νίκο Αλιάγα. Στο κάτω – κάτω της γραφής, ένα «κάππα» τους χώριζε βρε αδελφέ… Ο Αλιάγας, πάλι, ήταν προφανές πως δεν ένοιωθε καμμιά αλληλεγγύη για τον Μπάμπη. Κρατούσε όλες τις παντρεμένες για τον εαυτό του…
Ο Μπάμπης ήταν έτοιμος να εμβριθήσει στα μυστήρια των φροϋδικών νευρώσεων και των μεταλλαγμένων πόθων των παντρεμένων γυναικών, όταν το βλέμμα του έπεσε στο διπλανό τραπέζι. Ήταν απίστευτο! Η περούκα, τα μαύρα γυαλιά και το ψεύτικο μούσι δεν μπορούσαν να ξεγελάσουν το έμπειρο μάτι του δαιμόνιου ρεπόρτερ! Αυτός ο άνθρωπος που είχε βουλιάξει με απόλαυση στην ανάγνωση του «Ντας Κάπιταλ» δεν μπορούσε να είναι άλλος από τον Κώστα Καραμανλή! Κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να διαβάζει και τους τρεις τόμους του μαρξιστικού έπους ταυτόχρονα, με αυτό το ηδονικό χαμόγελο στο πρόσωπό του!
― Κώστα, τι κάνεις εδώ; Γιατί δεν είσαι στο Μαξίμου; ρώτησε ο Μπάμπης με το θάρρος της παλιάς γνωριμίας τους.
― Έκανα κοπάνα! Πήρα τηλέφωνο από έναν θάλαμο πως έχει μπει βόμβα στο Μαξίμου και την έκανα για διάβασμα. Μην πεις σε κανέναν τίποτα, έτσι;
― Ούτε στον Βουλγαράκη; Θα ανησυχεί!
― Όχι! Σε κανέναν! Τους κάνω μούτρα. Δεν με ενημερώνουν. Όλα τελευταίος τα μαθαίνω! Από δω και πέρα θα φέρομαι ενοχλημένος! Θα με ψάχνουν στα σουβλατζίδικα κι εγώ θα κρύβομαι στα βιβλιοπωλεία. Αυτή ήταν, άλλωστε, πάντα η μεγάλη, κρυφή μου αγάπη: τα βιβλία! Θα μείνει μεταξύ μας έτσι Μπάμπη;
Ο Μπάμπης ξερόβηξε και κοίταξε καχύποπτα γύρω τους. Κανένας Άγγλος πράκτορας δεν φαινόταν ένα γύρω… Ούτε έμοιαζε κανένας με πράκτορα της ΕΥΠ. «Κι αν υπήρχαν και τους απήγαγαν Πακιστανοί;» άστραψε η ιδέα στο μυαλό του Μπάμπη!
― Κώστα, κάτι περίεργο συμβαίνει εδώ… Δεν βλέπω κανέναν μυστικό πράκτορα… Ανησυχώ… Μόνο τον Κακαουνάκη βλέπω…
Ο Κώστας Καραμανλής κοίταξε με τη σειρά του σαστισμένος τα τραπέζια γύρω τους.
― Πού πήγαν όλοι τους; μονολόγησε ανήσυχος.
Κοίταξε και τον Κακαουνάκη. Δεν φαινόταν να τους έχει πάρει είδηση έτσι βυθισμένος που ήταν στην ανάγνωση του καινούργιου βιβλίου του Πητ Παπαδάκου «Πώς νίκησα τον Σατανά Νο3 – Η Τελική Αναμέτρηση».
― Πάμε να φύγουμε, Μπάμπη! ψυθίρισε ο Καραμανλής στον Μπάμπη. Πρέπει να βρούμε πού πήγαν τους πράκτορες αυτά τα καθάρματα…

Για την Ελλάδα ρε γαμώτο!

Ο πράκτορας Χωρίς Όνομα (σ.σ.: για ευνόητους λόγους εθνικού συμφέροντος έχουμε διαγράψει το όνομα του γενναίου πατριώτη που υπέφερε τα πάνδεινα για χάρη της… Τέλος πάντων… Καταλάβατε.) άκουσε το ανατριχιαστικό τρίξιμο της πόρτας για πολλοστή φορά. Το κεφάλι του ήταν σκεπασμένο με μια μαύρη κουκούλα και το μόνο που μπορούσε να δει ήταν η ούγια: made in China, έγραφε. Ποιος ξέρει τι αλλεργίες θα τον τυραννούσαν στην υπόλοιπη ζωή του…. Έπρεπε όμως να σταθεί δυνατός! Για χάρη της Υπηρεσίας! Για χάρη του Έθνους! Κράτησε την ανάσα του. Το μαρτύριο ξανάρχιζε…
Ένα αόρατο χέρι έχωσε στο στόμα του ένα κομμάτι κρέας. Ο πράκτορας Χωρίς Όνομα βόγγηξε με απόγνωση.
― Είναι χοιρινό! είπε ο Πακιστανός με αηδία.
― Δεν ξέρω τίποτα! είπε ο πράκτορας Χωρίς Όνομα. Κατάπιε και άρχισε να τραγουδά τον εθνικό ύμνο.
Εξουθενωμένος ο πράκτορας Χωρίς Όνομα από τις συνεχείς ανακρίσεις τριών ημερών και με το στομάχι του χάλια μετά τα εννιά κεμπάμπ αποτόλμησε να πετάξει αγέρωχα στους ανελέητους Πακιστανούς ανακριτές: Δεν ξέρω τίποτα!
― Λες ψέματα χριστιανικό γουρούνι! γρύλλισε μέσα από τα δόντια του το τέρας που τον ανέκρινε. «Παράξενο», σκέφτηκε ο πράκτορας … «Κάπου την έχω ξανακούσει αυτή τη φωνή…»
Για κάποιον μυστηριώδη λόγο, είχε την αίσθηση πως είχε ξανακούσει αυτή τη φωνή να λέει κάτι σαν «Καλή χρονιά, Αθηναίοι. Ευτυχισμένο το δύο χιλιάδες έξιιιιι…»
Και τότε ο πράκτορας Χωρίς Όνομα έσπασε:
― Ναι, λέω ψέματα…
― Τι ξέρεις άθλιε Έλληνα πατριώτη, είπε με αηδία ο Πακιστανός με την περίεργη φωνή.
― Ξέρω πως όλα αυτά τα κάνετε για να εκθέσετε τον Κακαουνάκη… είπε με υπερπροσπάθεια ο πράκτορας Χωρίς Όνομα και ξέσπασε σε λυγμούς…

Advertisements