Το μισοσκόταδο του χειμωνιάτικου απογεύματος εισέβαλε μελαγχολικά στο δωμάτιο του Μπάμπη Καμένου, του ψιλοκαταθλιπτικού, μέχρι μόλις χθες δημοσιογράφου της New Prooptiki Times, της έγκυρης εφημερίδας που τοποθετούσε τα πράγματα στις σωστές τους διαστάσεις…
«Μην το κάνεις θέμα…», έλεγε από το πρωί ο Μπάμπης στον εαυτό του. Μπορεί να απολύθηκε, αλλά τουλάχιστον είχε το Mont Blanc που του χάρισε ο Διευθυντής στην σεμνή αλλά όχι ταπεινή τελετή αποχαιρετισμού, στη «Φαίδρα», στη Φωκίωνος Νέγρη. Ο Μπάμπης δάκρυσε. Σεμνά, αλλά κι αντρίκια. Σκούπισε τα μάτια του με τη γραβάτα και είπε απλά: «Μην το κάνουμε θέμα…»
Η νύχτα ακολούθησε τον δρόμο της. Η δημοσιογραφική παρέα δυσκολεύθηκε, λόγω αλκοόλ, αλλά τον ακολούθησε κι αυτή… Η νύχτα, δηλαδή, προχωρούσε μπροστά με μια σημαία, και η παρέα προσπαθούσε να την προλάβει, άλλος έψαχνε να βρεί τα βήματά του, άλλος έψαχνε τους υπόλοιπους ― και ο Μπάμπης προσπαθούσε να θυμηθεί πώς ξεκίνησαν όλ’ αυτά…
Στον Ρέμο δεν μπορούσαν να πάνε. Ο Μπάμπης δεν ήθελε να δει μπροστά του τον Βουλγαράκη στα καλά καθούμενα… Ούτε και στης Σεμίνας. Δεν ήταν καλεσμένοι… Δεν τους απέμενε παρά το «Ταξίμι». Παλιό και δοκιμασμένο στέκι. Ακόμη κι αν έχανες τον δρόμο μέσα στους καπνούς και το αλκοόλ, το πλήθος σε οδηγούσε σπρώχνοντας είτε στην τουαλέτα είτε στην έξοδο. Και τα δυο αποδεκτά… Σωστό στέκι. Ο συνωστισμός ήξερε πάντα καλύτερα από σένα πού θέλεις να πας…
Ανέβηκαν την ξύλινη σκάλα και λίγο μετά ο Διευθυντής της New Prooptiki Times είχε ήδη βρει κάποιο τραπέζι. Κανείς δεν κατάλαβε πώς τα κατάφερε μέσα στον χαλασμό. Ίσως επειδή έπινε πάντοτε λιγότερο από τους υπόλοιπους… Ίσως πάλι επειδή ήξερε προσωπικά κάποια μέλη της ορχήστρας…
Η παρέα κάθισε και ισορρόπησε στις καρέκλες ύστερα από κάποιους φυσιολογικούς κλυδωνισμούς…
Μόλις έφτασαν οι φιάλες και οι ξηροί καρποί, το αλκοόλ προφύλαξε τα μέλη της δημοσιογραφικής παρέας από ενοχλητικούς συνειρμούς: ο Ευαγγελάτος και οι «αποκαλύψεις» του τούς φαίνονταν μακρινά και σχεδόν ψεύτικα. Γιατί, δηλαδή, να υπάρχουν ίχνη από ούρα πάνω στους ξηρούς καρπούς;
Εκτός από τον Μπάμπη. Τους κοίταξε. Μια χαρά του φαίνονταν. Λίγο μετά προσπαθούσε να θυμηθεί γιατί κοίταζε έντονα τα φουντούκια. Από κάπου είχε ξεκινήσει αλλά δεν θυμόταν από πού… Κάτι με τον Ευαγγελάτο είχε να κάνει… Αλλά τι;
«Μην το κάνεις θέμα», είπε στον εαυτό του. Κοίταξε και το μπουκάλι με το ουίσκι. Κάτι θυμόταν και για μπόμπες. Αμέσως μετά, για κάποιον μυστήριο λόγο, ήρθε στο μυαλό του ο Βουλγαράκης και τσαντίστηκε. «Τι μου συμβαίνει;», αναρωτήθηκε. «Τι μου φταίει ο Βουλγαράκης;» Προσπάθησε να το σκεφτεί ψύχραιμα. Λίγο μετά είχε ξεχάσει τι προσπαθούσε να σκεφτεί. «Μην το κάνεις θέμα», είπε στον εαυτό του.
«Μπάμπη, γιατί είσαι σκεφτικός;» άκουσε τη γυναίκα του Διευθυντή να τον ρωτάει.
«Κάτι με τον Βουλγαράκη…» άκουσε ο Μπάμπης τον εαυτό του να απαντά.
«Τον Βουλγαράκη; Μπάμπη, δεν πας καλά…» είπε ανήσυχη η γυναίκα του Διευθυντή.
Ο Μπάμπης ένοιωσε πως είχε φτάσει η στιγμή να αλλάξει το θέμα της συζήτησης: «Ας διασκεδάσουμε!» είπε εμφατικά.
«Γιακουμάτος!» ανταποκρίθηκε αμέσως ο αρχισυντάκτης.
«Πούντος;» αναφώνησε με ελπίδα ο Μπάμπης.
«Για να διασκεδάσουμε το είπα…» μαζεύτηκε ο αρχισυντάκτης.
Ο Μπάμπης ένοιωσε πως δεν υπήρχε καμία ελπίδα, καμία διέξοδος: γιατί να το αποφεύγει πλέον; Δεν μπορούσε να διασκεδάσει…
Στράφηκε στον Διευθυντή της New Prooptiki Times και τον ρώτησε με το σοβαρό ύφος τηλεπαρουσιαστή που πάντοτε του άρεσε να παίρνει:
«Γιώργο, δηλαδή εδώ θα τελειώσουν όλα; Η New Prooptiki Times θα τραβήξει τον δρόμο της μάχης, τον δρόμο της ενημέρωσης του ελληνικού λαού, κι εγώ τον δρόμο της ατίμωσης, τον δρόμο του ανασχηματισμού; Εννοώ, θα προσπαθήσω να με ανασχηματίσω, να δώσω μιαν άλλη, καινούργια μορφή στη ζωή μου, χωρίς την New Prooptiki Times πια;»
«Ναι, Μπάμπη. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Αν μας πάρουν τα κανάλια στο στόμα τους δεν υπάρχει γυρισμός… Εκτός αν… Άσ’ το καλύτερα… Όχι… Όχι…»
«Εκτός αν τι…;» ρώτησε με αγωνία ο Μπάμπης.
«Εκτός αν σε κάνω Σύμβουλο… Σύμβουλο Ύλης… Τότε, ναι, τότε θα είμαστε πάλι μαζί και στα κανάλια θα μπορούμε να πούμε πως χειρίζεσαι ευαίσθητα δεδομένα…»
Ο Μπάμπης ένοιωσε τα απομεινάρια της αξιοπρέπειάς του να του ανεβαίνουν στο κεφάλι μαζί με τους ατμούς του αλκοόλ.
«Όχι, Γιώργο. Θα φύγω… Δεν δέχομαι να κοροιδεύω εμένα, εσένα και τους αναγνώστες… Εμένα με ενδιαφέρει η ουσία! Τα σοβαρά προβλήματα αυτού του τόπου! Το Σύνταγμα και η αναθεώρησή του! Το 114! Η πατρίδα! Όλα τα άλλα είναι μηδαμινά… Ποταπά… Ναι! Ζω και αναπνέω για το Σύνταγμα! Όλα τα άλλα περισσεύουν… Εγώ είμαι πολύ μικρός μπροστά στην ανάγκη της πατρίδας για καινούργιο Σύνταγμα! Για αναθεώρηση του αναθεωρημένου Συντάγματος! Για αναθεώρηση γενικά!…»
«Μπάμπη, έχεις πιει…»
Το μάτι του Μπάμπη είχε αρχίσει να γυαλίζει. Το όραμα που έβλεπε μπροστά του σκέπαζε όλα τα υπόλοιπα, τα μικρά και ανούσια, όπως ο μισθός του. Οι θεσμοί τον είχαν πάρει μαζί τους και τον ταξίδευαν σε άλλες, ανώτερες σφαίρες καθήκοντος και προσφοράς! Ένοιωσε λίγο σαν… Σαν τι; Σαν τον Κωνσταντόπουλο! Ναι, οι θεσμοί και τα οράματα οδηγούσαν τον Μπάμπη σε δύσκολους δρόμους, σε δύσβατα μονοπάτια που οδηγούσαν… Πού οδηγούσαν; Ο Μπάμπης δεν θα το έκανε θέμα. Ο Μπάμπης αψηφούσε τις δυσκολίες. Ο Μπάμπης ήθελε Σύνταγμα! Ήθελε Αναθεώρηση! Ήθελε μια καινούργια Magna Charta! Να μην βρίσκεται πια στο έλεος της CIA, της MI6, της Μοσάντ, της ΕΥΠ… Ο Μπάμπης ήθελε δικαιώματα! Να μπορεί να τρέχει Μαραθώνιο χωρίς να τον φωτογραφίζουν…
«Ίσως υπάρχει λύση…» είπε ο Διευθυντής της New Prooptiki Times σκεφτικός. «Θα έρθεις ως Σύμβουλος Ύλης και θα πάρουμε και τον Ξεκουκουλωτάκη στο αστυνομικό ρεπορτάζ… Αν μας ρωτήσει κανένας εάν δουλεύει ο Μπάμπης στην New Prooptiki Times, θα λέμε ναι και θα εννοούμε τον Ξεκουκουλωτάκη!»

Ήταν προφανές πως ο Διευθυντής της New Prooptiki Times είχε βρει και πάλι την ιδανική λύση! Ξεχύθηκαν όλοι χαρούμενοι προς την έξοδο.
«Πάμε Μπαϊρακτάρη!» φώναξε κάποιος.
«Μπορεί να είναι κι ο Καραμανλής εκεί!» είπε κάποιος άλλος.
«Μπα… Τέτοια ώρα… Το πολύ να είναι ο μισός…»
«Ο μισός Καραμανλής;»
«Ναι. Ο άλλος μισός στην Κίνα βρίσκεται…»

Advertisements