Το κρύο ήταν τσουχτερό. O Μπάμπης Καμένος, ο σκληραγωγημένος δημοσιογράφος της New Prooptiki Times (της πολιτικής εβδομαδιαίας εφημερίδας που κυκλοφορεί αδιαλείπτως, βρέξει – χιονίσει, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμη και χωρίς επίδομα θέρμανσης…) σήκωσε τον γιακά του μπουφάν του και προχώρησε με δυσκολία στην πλατεία Συντάγματος. Ο σιβηρικός άνεμος έμοιαζε να θέλει ο Μπάμπης να πάει αλλού από εκεί που ήθελε να πάει ο ίδιος ο Μπάμπης. Και επέμενε! Αλλά το ίδιο επέμενε και ο Μπάμπης! Έσκυψε το κεφάλι, και προχώρησε προς τη Σταδίου. Του άρεσε που η Πλατεία Συντάγματος θύμιζε κάτι από την χιονισμένη Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας… Ο Μπάμπης κοίταξε καχύποπτα γύρω του. Εντάξει. Πουθενά δεν φαινόταν κανείς που να μοιάζει με πράκτορα της KGB… Κι αυτό του άρεσε του Μπάμπη… Τον καταπίεζε να νοιώθει πράκτορες να κυκλοφορούν γύρω του. Και, ιδίως, πράκτορες που, εκτός από πράκτορες, είναι και κομμουνιστές…
Στη γωνία με την Καραγιώργη Σερβίας συνέβη το πρώτο παράξενο γεγονός. Θα ακολουθούσε μια σειρά από παράξενα περιστατικά, αλλά αυτό, το πρώτο, ήταν που συγκλόνισε τον Μπάμπη… Ένας ταξιτζής, που παραλίγο θα τον χτυπούσε, έβγαλε το κεφάλι έξω από το παράθυρο του ταξί και φώναξε στον Μπάμπη: «Άντε από δω ρε με την επιλεκτική μνήμη σου!»
Ο Μπάμπης στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Καθώς είχε πάρει, όμως, να κατηφορίζει τη Σταδίου, το σκεφτόταν. Στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη ο αέρας δυνάμωσε. Κι ο Μπάμπης είχε μπερδευτεί τελείως. Τι σόι ταξιτζής ήταν αυτός και πώς μιλούσε έτσι; Μετά χαμογέλασε: τελικά, απ’ όσο καταλάβαινε ο Μπάμπης, αυτός ο ταξιτζής ήταν ο μόνος που άρθρωνε διαφορετικό λόγο εδώ και χρόνια…
Στη Χρήστου Λαδά, όμως, συνέβη πάλι: ένας δυναμικός νέος με το ανάλογο δυναμικό μηχανάκι του κόντεψε να πέσει πάνω στον Μπάμπη. Μετά τον ελιγμό που έκανε, γύρισε και του φώναξε: «Κόψε τα ατυχή περιστατικά, ρε!»
Ο Μπάμπης συνειδητοποίησε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Καθόλου καλά… Γύρισε για να φωνάξει με τη σειρά του «Άντε από δω ρε αμνήμονα», αλλά ο νεαρός είχε ήδη απομακρυνθεί. Μη δίνεις σημασία, είπε στον εαυτό του. Μπάμπη, μην ξύνεσαι στην γκλίτσα του τσοπάνη… «Τώρα αυτό πώς μου ’ρθε;» αναρωτήθηκε. Λοιπόν σήμερα κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά…

Η Νέα Ελλάδα…

Τα γραφεία της New Prooptiki Times ήταν σκοτεινά και έρημα. Μόνον η καθαρίστρια βρισκόταν μέσα στο κτίριο κι αυτή ετοιμαζόταν να φύγει.
«Πού πήγαν όλοι;» τη ρώτησε ο Μπάμπης.
«Στο σούπερ μάρκετ…» απάντησε η καθαρίστρια κι έκανε να φύγει.
«Έρχεται φονικός χιονιάς!» πρόσθεσε μόλις έφτασε στην πόρτα. «Καλά, εσύ δεν βλέπεις τηλεόραση;» Κοίταξε τον Μπάμπη με περιφρόνηση και έφυγε χωρίς να περιμένει απάντηση.
Ο Μπάμπης κατάλαβε πως είχε μείνει πίσω. Πολύ πίσω… Άνοιξε την τηλεόραση και ταυτοχρόνως πήρε μπροστά του το σώμα των εφημερίδων της ημέρας. Στην οθόνη μία αλαφιασμένη ρεπόρτερ ανακοίνωνε ένα συγκλονιστικό νέο που μόλις είχε πληροφορηθεί κατ’ αποκλειστικότητα: είχε αποκλειστεί από τα χιόνια ένας βοσκός!
«Θεός φυλάξοι!» μουρμούρισε ο Μπάμπης και πάτησε το τηλεκοντρόλ. Στο άλλο κανάλι ένας πολίτης φώναζε στο μικρόφωνο που μισοέβγαινε από την πατατούκα του ρεπόρτερ:
«Πού είναι το κράτος;»
Ο Μπάμπης άλλαξε πάλι κανάλι. Δεν τους άντεχε πια αυτούς τους Νεοδημοκράτες. Κάνουν αντιπολίτευση με κάθε ευκαιρία. Αμάν πια! Μετά, ο Μπάμπης έμεινε με το τηλεκοντρόλ να αιωρείται άσκοπα στο χέρι του… Η Νέα Δημοκρατία ΉΤΑΝ κυβέρνηση! Το είχε ξεχάσει! Όλοι το είχαν ξεχάσει, καιρό τώρα! Άρα, σκέφτηκε αμέσως μετά ο Μπάμπης, αυτός που φώναζε στην Τιβί ήταν… Δεν ήταν δυνατόν! Ήταν… Ήταν πασόκος! Ξαναπάτησε το κουμπί του τηλεκοντρόλ και τον κοίταξε προσεκτικά: τελικά οι Πολίτες Χωρίς Κράτος φαίνονταν ίδιοι… Ο Μπάμπης αναρωτήθηκε πώς τους διαλέγουν οι τηλερεπόρτερ: τους έχουν πρόχειρους και τους ανανεώνουν κάθε φορά που αλλάζει η κυβέρνηση;
Ξαναπάτησε το κουμπί για να αλλάξει κανάλι: η Δήμαρχος Εξωτερικών έκανε έκκληση: όποιος συναντούσε άστεγο σε οποιαδήποτε πρωτεύουσα του κόσμου, από την Νέα Υόρκη μέχρι την Αντίς Αμπέμπα, θα έπρεπε να την ειδοποιήσει… Ο Μπάμπης πήρε χαρτί και μολύβι και περίμενε να γράψει το κινητό της Δημάρχου Εξωτερικών. Δεν πρόλαβε… Αμέσως μετά η οθόνη της τηλεόρασης γέμισε ασφυκτικά από την εμβληματική μορφή του Ιωαννίδη. Αγέρωχος, όπως πάντοτε άλλωστε, ρωτούσε από το βήμα της Βουλής τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ αν έχουν πάθει μαλάκυνση. Κάτι διαμαρτυρίες και ο «ξανθός» συμπλήρωνε: «Καλά, είσαστε “αμνήμονες”…»
Ο Μπάμπης πήγε να ξαναπατήσει το κουμπί, αλλά εκείνη τη στιγμή τον χτύπησε σαν κεραυνός η συνειδητοποίηση: αυτό ήταν λοιπόν! Τα ανεξήγητα μέχρι πριν από λίγο περιστατικά με το ταξί και το μηχανάκι φωτίστηκαν μέσα στο μυαλό του Μπάμπη με ένα καινούργιο, αισιόδοξο φως! Η Ελλάδα άλλαζε! Ένας καιναίργιος λόγος αρθρωνόταν απ’ άκρου εις άκρον στη χώρα. Λόγος σεμνός. Ίσως όχι τόσο ταπεινός, αλλά σεμνός οπωσδήποτε! «Αμνήμονες»! «Τον μπαγάσα!» σκέφτηκε ο Μπάμπης. Τι ωραίο που ακούγεται! Και ελαφρώς λόγιο… Ο Μπάμπης γέμισε ελπίδα για το μέλλον αυτού του τόπου. Σκέφτηκε πώς έβριζαν συνήθως οι ταξιτζήδες επί ΠΑΣΟΚ… Το καινούργιο λεξιλόγιο ήταν σαφώς καλύτερο. Πολιτισμένο. Ευρωπαϊκό…
Και, ναι, βέβαια, οι δηλώσεις του πρωθυπουργού που ακολούθησαν τα ξεκαθάριζαν όλα: «Υπήρξαν ατυχή περιστατικά…»
Ο Μπάμπης χαμογέλασε στην οθόνη με κρυφή συνενοχή. «Ναι, Κώστα, καταλάβαμε…» μουρμούρισε και έκλεισε το μάτι στην εικόνα του πρωθυπουργού. Αμέσως μετά κοίταξε γύρω του να σιγουρευτεί πως δεν τον έβλεπε κανείς να κλείνει το μάτι στην τηλεόραση…
Ο Μπάμπης δεν πρόλαβε να ακούσει παρακάτω. Δεν χρειαζόταν άλλωστε. Γύρισε και κοίταξε εκστασιασμένος τον συνάδελφο που μόλις είχε μπει στην αίθουσα.
«Η Ελλάδα αλλάζει ― είναι αλήθεια!» είπε ο Μπάμπης με ονειροπόλο ύφος.
«Το ξέρω, ρε! Καλά που το κατάλαβες… Παλιοκομμούνι!»
«Συνάδελφε, παρεκτρέπεσαι…» αποτόλμησε διστακτικά ο Μπάμπης. «Εγώ δεν έχω επιλεκτική μνήμη… Ο σταλινισμός…»
Ο Μπάμπης δεν πρόλαβε να αποτελειώσει τη φράση του.
«Καλά, είσαι αμνήμων, ρε; Τι σταλινισμούς μου τσαμπουνάς; Μπάμπη, να κόψεις τα ατυχή περιστατικά! Κουφαίνουν…»

Advertisements