O άγνωστος που μπήκε στον «Γερμανό» της Ραφήνας ήταν στρουμπουλός. Γεματούλης θα μπορούσες να πεις. Τα πυκνά και στιλπνά, σγουρά μαλλιά του έπεφταν ατίθασα στους ώμους του, αν και το χρώμα τους ήταν κάπως παράξενο. Κάποιος καχύποπτος θα μπορούσε να σκεφτεί πως ίσως και να επρόκειτο για μια καλοφτιαγμένη περούκα… Το παχύ τσιγκελωτό μουστάκι του αγνώστου πρόδιδε αρρενωπότατη καταγωγή, ίσως από την Κρήτη… Κανενός το μυαλό, όσο καχύποπτος και να ήταν, δεν θα πήγαινε, ας πούμε, στο Κολωνάκι…
Ο άγνωστος δεν πρόλαβε να πλησιάσει στον πάγκο με τα κινητά και ένας καλοβαλμένος ευγενικός υπάλληλος τον πλησίασε και του είπε γλυκά: «Εμείς εδώ επικοινωνούμε…»
Ο άγνωστος χαμογέλασε ευχαριστημένος. Ήταν προφανές πως επρόκειτο για επικοινωνιακό τύπο. Ανοιχτό και καλόκαρδο.
Στα δευτερόλεπτα που ακολούθησαν, καθώς οι δυο άνδρες κοιτάζονταν στα μάτια και επιχειρούσαν μια πρώτη επικοινωνία από τα τρίσβαθα της ψυχής τους, το κατάστημα πλημμύρισε με τους ήχους της διαφήμισης, στην οποία μια βαθιά όμορφη φωνή παρακινούσε: «Απλά σκέψου: πόσο όμορφο είναι να μην επικοινωνείς μόνο με αυτόν που πήρες τηλέφωνο… Φαντάσου με το κινητό σου να μπορείς να γνωρίσεις πολύ περισσότερο κόσμο, να κάνεις καινούργιους φίλους απ’ όλον τον κόσμο…»
Το ονειροπόλημα του αγνώστου διέκοψε η ενθουσιώδης φωνή του υπαλλήλου:
«Έχουμε μια προσφορά από τη Vodafon που είναι ειδικά για σας. Για κάποιον σαν εσάς, εννοώ… Live! Ζωντανό! Τηλεφωνεί και μόνο του…»
«Όχι! Όχι Vodafon! Προς θεού, όχι Vodafon!». Ο άγνωστος τινάχτηκε λες και τον είχε δαγκώσει φίδι… «Σας παρακαλώ, όχι Vodafon…»
«Εντάξει, εντάξει…, ό,τι θέλετε…» προσπάθησε ο υπάλληλος να καθησυχάσει τον άγνωστο που είχε αρχίσει να τρέμει. Δεν καταλάβαινε τι είχε πάθει αυτός ο πελάτης με το υπέροχο μαλλί και το αρρενωπό μουστάκι. Αλλά ο πελάτης έχει πάντα δίκιο…
«Το θέλω για δώρο», είπε ο άγνωστος. «Για τη γυναίκα μου ― καταλαβαίνετε…»
«Θαυμάσια! Έχετε κάτι ιδιαίτερο υπ’ όψιν σας;» ρώτησε γλυκά ο υπάλληλος.
«Ναι… Θα ήθελα κάτι… Θα ήθελα να χαράξετε επάνω δυο λόγια: “Για το Νατασσάκι. Το Κωστουλίνι του…”».

Μπλέξαν οι γραμμές μας

O Μπάμπης Καμένος, ο επικοινωνιακός δημοσιογράφος της New Prooptiki Times (της εφημερίδας που κυριαρχούσε στην ψηφιακή εποχή της ιντερνετικής δημοσιογραφίας…) κοίταξε αφηρημένα από το παράθυρο τα αυτοκίνητα που διέσχιζαν με ταχύτητα το δρόμο. Η συννεφιά από το πρωί είχε απλώσει ένα δίχτυ μελαγχολίας στην ψυχή του Μπάμπη. Ένοιωθε μοναξιά. Θα ήθελε να μπορούσε να επικοινωνήσει, να μοιραστεί αυτά που τον βασάνιζαν με όλον τον κόσμο, αν ήταν δυνατόν… Αυτή η τελευταία σκέψη τού έφερε στο μυαλό τον Γιώργο Παπανδρέου. Ναι, ο ΓΑΠ ήταν πραγματικός πολίτης του κόσμου! Επικοινωνούσε με όλους. Με τους πολίτες μέσω Ιντερνετ, με τους σοσιαλιστές όλου του κόσμου… Μόνο με τους Πασόκους δεν φαινόταν να επικοινωνεί… Αλλά τι να τους κάνεις αυτούς όταν η σκέψη σου αγκαλιάζει όλον τον πλανήτη;
Αλλά πάλι, υπήρχαν και οι δημοσκοπήσεις… Βέβαια, αντέτεινε ο Μπάμπης στον εαυτό του. Υπάρχει κι αυτό το πρόβλημα… Αλλά αν στις δημοσκοπήσεις ψήφιζαν πολίτες απ’ όλον τον πλανήτη;
Του Μπάμπη του φάνηκε πολύ καλή αυτή η ιδέα. Ενθουσιάστηκε. Έπιασε αμέσως το κινητό που ήταν ακουμπισμένο στο τραπέζι και βρήκε στη μνήμη το τηλέφωνο του Γιώργου Παπανδρέου. Χαμογελούσε μόνος του καθώς περίμενε ακούγοντας το σήμα της κλήσης. Πόσο θα του άρεσε του προέδρου η ιδέα του!
«’Ελα, Γιώργο! Ο Μπάμπης είμαι! Ο Πολίτης Κάθε Μέρα! Σάββατο σήμερα κι έχω πέντε μέρες να νοιώσω πολίτης…»
Η χαμηλότονη φωνή του Γιώργου Παπανδρέου ακούστηκε πολύ μακρινή πίσω από την κουρτίνα των παρασίτων, σαν φάντασμα που επικοινωνεί από το υπερπέραν. «Μπάααμπηηη, γειάαα σουουου… Τι κάνειειεις;…»
«Καλά πρόεδρε! Ήθελα να επικοινωνήσουμε! Έχει συννεφιά εδώ στην Καλλιθέα και έχω μελαγχολήσει… Εκεί στο ΠΑΣΟΚ έχετε συννεφιά;»
«Εδώωω ο ήλιοοος λάμπειειει…»
«Πρόεδρε εσύ είσαι ή ο Αρσένης; Ακούγεσαι περίεργα… Παράσιτα… Σαν να είναι κι άλλοι στη γραμμή!»
«…»
«Πρόεδρε!»
Ενόσω ο Μπάμπης αφουγκραζόταν το κενό, μια γνώριμη φωνή ακούστηκε καθαρά λες και βρισκόταν δίπλα του:
«Μπαϊρακτάρης εκεί; Πέντε μερίδες κεμπάμπ, δυο πατάτες τηγανητές και πέντε μπύρες!»
Ο Μπάμπης είχε μείνει άφωνος. Μέχρι να συνέλθει από το σοκ η γραμμή είχε κλείσει… Την ήξερε αυτήν την φωνή: ήταν του πρωθυπουργού! Καθώς ο Μπάμπης προσπαθούσε να καταλάβει τι γίνεται εδώ πέρα, ακούστηκαν οι ήχοι κλήσης.
«Έλα Ντόρα! Ο Κώστας είμαι!» ακούστηκε και πάλι η φωνή του Καραμανλή. «Ξέρεις, Ντόρα, άλλαξα γνώμη. Θα σου δώσω το Υπουργείο Μεταφορών και Τηλεπικοινωνιών. Πιστεύω πως θα σου πηγαίνει καλύτερα! Ε, Ντοράκι; Σε χαλάει το Τηλεπικοινωνιών;»
Ο Μπάμπης δεν μπορούσε να ακούσει τίποτα από την άλλη πλευρά. Μόνο σιωπή για λίγα δευτερόλεπτα. Και μετά ακούστηκε ξανά η φωνή του Καραμανλή:
«Ντόρα… Δεν σε ακούω καλά… Τι είπες να πάω να κάνω; Δεν ακούω… Τι να πάρω; Τι είμαι; Δεν σε ακούω καλά, βρε Ντόρα…»
Ο Μπάμπης βρήκε την αυτοκυριαρχία του και αποτόλμησε να μιλήσει:
«Κώστα, εσύ είσαι; Ο καταλληλότερος;»
«Εγώ είμαι! Ποιος είναι στη γραμμή;»
«Ο Μπάμπης είμαι πρόεδρε! Ο δημοσιογράφος!»
«Έλα ρε Ξεκουκουλωτάκη! Πώς μπήκες στη γραμμή;»
«Όχι, πρόεδρε! Ο Μπάμπης ο Καμένος! Από τη New Prooptiki Times!»
Ο Μπάμπης! Ο Κώστας Καραμανλής ένοιωσε δέος! Ήξερε πως ο Μπάμπης ήταν αδίστακτος δημοσιογράφος, αλλά να φτάσει στο σημείο να υποκλέπτει τα τηλεφωνήματα του πρωθυπουργού! Αυτό δεν το περίμενε…
«Μπάμπη», είπε διστακτικά ο Κώστας Καραμανλής στο τηλέφωνο, «δεν ξέρω πώς κατάφερες να μπεις στη γραμμή, αλλά θα ήθελα να μου κάνεις μια χάρη… Μια μεγάλη χάρη… Αν άκουσες το προηγούμενο τηλεφώνημα…»
«Δεν άκουγα τι έλεγε η Ντόρα, πρόεδρε, αλήθεια…»
«Όχι, όχι αυτό! Το προηγούμενο τηλεφώνημα… Στο ντελίβερυ… Μην πεις τίποτα στη Νατάσσα, έτσι φίλε μου;»
Ο Μπάμπης δεν πρόλαβε να απαντήσει. Η γραμμή χάθηκε σε έναν ωκεανό παρασίτων και μακρινών φωνών που ακούγονταν να έρχονται από πολύ μακριά. Σαν να μιλούσαν στο υπερπέραν χιλιάδες Παπανδρέου μαζί με χιλιάδες Αρσένηδες…
Ξαφνικά η γραμμή καθάρισε και ακούστηκε μια ψύχραιμη φωνή:
«Ενοικιάσεις αυτοκινήτων εκεί; Θέλω να νοικιάσω ένα Χάμερ…»

Advertisements