Πολίτης δύο κόσµων από τον Νοέµßριο του 1999. Μαθαίνοντας τους λαχανιασµένους κανόνες ενός καινούργιου κόσµου που οι πολίτες του φορούν µονίµως σκουφιά στο κεφάλι τους και τα µάτια τους µεγαλώνουν για να χωρέσει ο φόßος.
Νύχτες µουλιασµένες στο ανοιχτοπράσινο χρώµα των διαδρόµων του νοσοκοµείου, γόπες στα περßάζια, εξαντληµένες ανάσες. Έρηµοι διάδροµοι. Μια «αποκλειστική» έχει φωτιά. Κι άλλο τσιγάρο… Χαράζει και διαßάζεις ξανά και ξανά τον πίνακα απέναντί σου:
«3ος Όροφος: Α’ Παθολογική – Χειρουργική
Ισόγειο: Γραµµατεία – Τµήµα Επειγόντων Περιστατικών – Εξωτερικά Ιατρεία»
Οι πίνακες αυτοί τριγυρνούν επίµονα στο κεφάλι σου. Παθολογοανατοµικό. Μονάδα Βραχείας Νοσηλείας. Φαντάρος σε αλλεπάλληλες µεταθέσεις, πλησιάζοντας προς το µέτωπο ενός άγνωστου πολέµου και µε τον εχθρό µέσα σου, να τον γεννοßολάς ο ίδιος, ένοχος µέσ’ την αθωότητά σου.
Τρίτη επτά το πρωί στην αίθουσα χηµειοθεραπειών του Σισµανόγλειου. Ένα ανήξερο σπουργίτι σταμάτησε για λίγο στο παράθυρο. Απέναντί μου ένα δεκαεπτάχρονο κορίτσι με αλαφιασµένο ßλέµµα. Το πόδι του να χτυπά νευρικά στο πάτωµα, σχεδόν με τον ρυθμό που το σπουργίτι χοροπηδά στο παράθυρο.
Τετάρτη αξηµέρωτα, στους δρόµους της Αθήνας να σ’ αγκαλιάζει ο φόßος και να σε φιλά µε παγωµένο χνώτο. Και δυο ώρες µετά να θυµάσαι ότι πάλι ξέχασες να χαρείς άλλη µιαν αυγή. Αργά το µεσηµέρι και ολόκληρο το σώµα σου προσπαθεί να ξεράσει τα δηλητήρια. Σε ζαλίζει το εκτυφλωτικό φως στους δρόµους. Ένας τυφλοπόντικας από τον κόσµο της σκοτεινιάς επιστρέφει στον πάνω κόσµο… «Γεια σας, είµαι πάλι εδώ». Σφραγίδα στο διαßατήριο.
Νοέµßριος του 2000 και όλ’ αυτά σου µοιάζουν τώρα τόσο µακρινά. Σαν να µην έγιναν ποτέ. ‘Η σαν να µην πήρες χαµπάρι τι παιχνίδι σού έπαιξαν οι θεοί.

Advertisements