Η διάγνωση ήταν καρκίνος, λοιπόν. Γεγονός.
Θυμάσαι, τότε που το άκουσες ανέκφραστος, το πήρες σπίτι σου να το περιεργαστείς μονάχος, τότε που αντιπαρήλθες τα «Γιατί εγώ;» και τις συναφείς ανόητες ερωτήσεις, ερωτήσεις που στοιχίζονται πίσω από ένα ξερό, αφοπλιστικό «Και γιατί όχι εσύ;» Μια ρουλέτα είναι, που η μπίλια της έχει τους δικούς της νόμους. Ποιος τους ορίζει, δεν το ξέρεις. Ούτε κι οι άλλοι το ξέρουν, άλλωστε, κι ας έχουν φτιάξει τους κανόνες τους, τις «αλήθειες» τους, τη φωλιά τους για να κουρνιάζουν και να νιώθουν ασφαλείς. Και ποιος απ’ όλους μας αξίζει τι, τελικά;
Θυμάσαι ακόμα την πρώτη μέρα στις χημειοθεραπείες που σού έπαιρναν μέτρα: Ζύγισμα, μέτρημα. Ύψος, βάρος. Μάζα. Θυμάσαι κι αυτά που μέτρησες εσύ ότι θα σου έλειπαν: Οι μοιρασμένες νύχτες. Τα δέντρα. Τα ταξίδια των βιβλίων. Τα γυναικεία στήθη. Τα παιχνίδια του μυαλού.
Ένα αρρωστημένο πράσινο, πράσινο νοσοκομείου, βάφει πια σαν τρελό ντεκόρ τη ζωή σου. Παντρεύτηκες τις νοσοκόμες. Χρωματιστά τα εσώρουχά τους, κάτω από λευκές στολές. Για σένα είναι το λευκό. Στα χρώματά τους, εσύ πια δεν έχεις θέση. Γι’ αυτές είσαι ακόμα ένα άρρωστο κορμί. Η δουλειά τους…
Πονάς. Τόσο που δεν μπορείς να σκεφτείς. Ν’ ανασάνεις. Να πεις τ’ όνομά σου. Ένας πόνος που δεν σ’ αφήνει ούτε καν να καταλάβεις αν φοβάσαι ― και τι φοβάσαι.
Φοβάσαι. Το αίμα σου. Τα κύτταρά σου. Το μυαλό σου. Εσένα τον ίδιον.
Πώς να μιλήσεις γι’ αυτή τη σκοτεινή δύναμη που έστρεψε τα κύτταρά σου εναντίον σου; Πού να κρατηθείς σε τέτοιες στιγμές; Πού να ακουμπήσεις αυτά που ξεχειλίζουν μέσα σου; Μόνος αντιμετωπίζεις την μαύρη αρρώστια, μόνος και τη μαυρίλα που κρύβεις πάντοτε μέσα σου.
Ο εχθρός ήταν πάντα απέναντι. Μοχθηρός. Ξένος. Ερχόταν από αλλού. Κάποια μέρα κατάλαβες ότι ο εχθρός ήταν μέσα σου. Ήσουν εσύ ο ίδιος. Ήταν όλα αυτά που αγαπούσες, αυτά που εκτιμούσες, εκεί για όπου τραβούσες. Όλα όσα πίστευες πως ήσουν εσύ. Πού να φτιάξεις το χαράκωμα όταν ο εχθρός βρίσκεται μέσα σου; Πού να χτυπήσεις; Πώς να αγαπήσεις τον εχθρό σου; Εκείνος τουλάχιστον ήξερε ποιον έπρεπε να αγαπήσει: τον πλησίον του… Σ’ αυτόν τον σταυρό δεν υπάρχει κανένας πλησίον, ούτε άγιος ούτε ληστής. Υπάρχει το φως και το σκοτάδι, αγκαλιασμένα να χορεύουν μέσα σου. Αυτές οι μαύρες πινελιές στον καμβά τάχα δεν είσαι συ; Και το ξόδεμα, το ανελέητο ξόδεμα της ουσίας σου. Το σκόρπισμα της στάχτης που απέμεινε από την θεία καύση του νου σου, κινήσεις και πράξεις, νεύματα και μισές φράσεις, μικρά ποιήματα της ζωής σου. Θραύσματα νοήματος που συνοδεύουν την απελπισία σου. Προσπαθείς να πιαστείς απ’ αυτά και την ίδια στιγμή βουλιάζουν και χάνονται στον ωκεανό της ασημαντότητας. Και τότε χρειάζεσαι το σώμα σου ξανά, το μόνο που θα σε κρατήσει ζωντανό· έχασες τον αφρό του νοήματος, κράτα τουλάχιστον το κορμί σου ζωντανό.
Αυτή η αρρώστια είναι μια ευλογία για όποιον μπορεί να καταλάβει: Αυτό που είσαι εσύ κατά βάθος είναι το τίποτα που μένει μετά από όλα αυτά. Αυτό που αγαπάει, αυτό που εκτιμά. Ίσως ούτε καν αυτό. Είσαι η αγάπη κι η εκτίμηση γυμνή. Σκέτη. Χωρίς υποκείμενα και αντικείμενα. Αυτό που μένει όταν ξεφλουδίσεις μέχρι τέλους το κρεμμύδι της ζωής σου. Αυτό το ευλογημένο τίποτα…

Και κάποτε, ήρθε η στιγμή της παραίτησης. Σιγά-σιγά, είχες πάρει την ταυτότητα του πολίτη αυτού του τοξικού κόσμου των χημικών και των ακτινοβολιών. Με την διακριτή στολή του καρκινοπαθούς και τα διακριτικά της στο γυμνό κεφάλι και στις φλέβες σου να σου λένε «Εδώ ανήκεις πια. Είναι το καινούργιο σου σπίτι». Επιπλωμένο με πρωτόκολλα και κύκλους, στάδια και προγνώσεις.
Εδώ, σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, είναι που έφυγες. Η ψυχούλα σου την έκανε, και μ’ ένα μικρό πηδηματάκι βρέθηκε λίγο παραπέρα. Κι από κει παράμερα, εσύ κι η ψυχή σου κοιτάζατε το κορμί σας να κάνει όσα έπρεπε να κάνει.
Δεν ήταν η ώρα να ζεις μέσα στο κορμί σου. Πήρες την ψυχή σου κι έφυγες. Όχι πολύ μακριά. Αυτό το κορμί, το αίμα σου είχε ανάγκη να σε νιώθει κάπου εκεί κοντά. Έμεινες κοντά του, αλλά δεν ήσουν μέσα του. Δεν ήσουν εσύ αυτά τα τρελαμένα κύτταρα, αυτή η ασυνάρτητη επίδειξη μαύρης γονιμότητας. Κι έφυγες. Κι ό,τι κι αν ένιωθες, δεν ήταν η ώρα να το νιώσεις. Και το έπνιξες. Η στιγμή να νιώσεις θα ερχόταν μετά, αργότερα ― αν και εφόσον τα κατάφερνε το σώμα σου. Εσύ κι η ψυχή σου βρεθήκατε μόνοι. Ενώπιος ενωπίω. Ζούσατε σχεδόν από κοντά το δράμα του προσφιλούς αρρώστου. Του φέρνατε άνθη και πορτοκαλάδες. Σεβόσασταν το επισκεπτήριο.

Και μετά, θυμάσαι, ήρθε το πείσμα που γεννήθηκε μέσα σου όταν κατάλαβες την συμπόνοια που ελλόχευε στο βλέμμα των ανθρώπων που συναντούσες. Λύπη. Λυπόντουσαν που ο χτεσινός «μια χαρά παιδί» ήταν ωχρός, με ξυρισμένο κεφάλι και πληγωμένες φλέβες στα χέρια, που η ζωή και τα παιχνίδια της γδύνουν τα πάντα από τη λάμψη και τη γοητεία τους, που κι οι ίδιοι θα χαθούν κάποια στιγμή. Και πείσμωσες. Ήθελες να πεις πως είσαι ακόμα εδώ. Κι ας σε έβλεπαν οι άλλοι σαν ενοχλητική υπενθύμιση του τέλους. «Δεν είμαι σύμβολο, είμαι μια ψυχή ακόμα ζωντανή, κι ας την πρόδωσε το σώμα της. Μια ψυχή που θα συνεχίσει ακόμα και με αυτό το λειψό σώμα να είναι εδώ, να παίζει το παιχνίδι ακόμη και με λιγότερα πιόνια. Όσο έχει τη βασίλισσά της να αλωνίζει, να καταπίνει τετραγωνάκια πέρα δώθε στη σκακιέρα της ζωής, να σώζει τελευταία στιγμή την παρτίδα, να συνεχίζει μόνη χωρίς να στηρίζεται σε καμιά οπισθοφυλακή, να σώζει τον κουτσό αδύναμο βασιλιά της από το ματ του θανάτου για λίγο ακόμα». (Η αιώνια γυναίκα. Ταμένη σ’ αυτόν τον αδύναμο βασιλιά με δεσμούς που δεν ανταποκρίνονται στη δύναμή της. Δεσμά που την κρατάνε σε κάτι λιγότερο απ’ όσα θα μπορούσε χωρίς αυτόν. Να προφυλάσσει τα νώτα της, τον βασιλιά της, ό,τι μπορεί να έχει κάποια αξία μέσα στην επέλαση της ασημαντότητας.)

 

Η ΑΠΟΔΡΑΣΗ

Και μετά, κάποια στιγμή, η πρώτη καθαρή αξονική!
Το κορμί σου, λοιπόν, επιβίωσε. Έκανε αυτά που έπρεπε να κάνει. «Καθάρισε» με τα μυστήριά του. Και άντεξες τα δηλητήρια που πότιζαν το κορμί σου γιατί έτσι έπρεπε ― για να βρει ο εχθρός καμένη γη. Και μετά τις ακτινοβολίες για…
Δεν καλοκατάλαβες γιατί, αλλά κι αυτό το έκανες. Και κάποια στιγμή τέλειωσες με όλα αυτά. Αυτό που δεν σου είπε κανένας γιατρός ήταν ότι ήσουν στα μισά του δρόμου. Μόλις στα μισά. Το σώμα σου επιβίωσε, νίκησε την πρώτη μάχη με τον καρκίνο, μα αυτό δεν φτάνει για να συνεχίσεις να ζεις. Πρέπει κι η ψυχή σου να νικήσει τον καρκίνο: να καταφέρει να μη μείνει εκεί πίσω μαρμαρωμένη, να παλεύει με τρόμους ανείπωτους, μουγκές απελπισίες, σφιχταγκαλιασμένη με τη ναυτία. Το πιο δύσκολο μέρος της διαδρομής: να αφεθείς να νοιώσεις όσα δεν επέτρεψες στον εαυτό σου να νοιώσει πριν και να γιατρέψεις την ψυχή σου από τις πληγές της. Να βρεις καινούργιους, καθαρούς λόγους για να ζήσεις, να χωνέψεις όσα δεν θέλεις να θυμάσαι και να ξεχάσεις όσα πέρασες. Να ανασάνεις ξανά. Να γιάνεις.
Σιγά, όμως. Χωρίς βιασύνες. Αυτό που σου συνέβη, αυτό που πέρασες ήταν μεγαλύτερο από σένα. Μεγαλύτερο και δυνατότερο από κάθε ανθρώπινο πλάσμα. Μην επαίρεσαι. Μην πας και πάρεις κανένα μπλουζάκι «Νίκησα τον καρκίνο». Μην στραφείς επιθετικά εναντίον των άλλων, εναντίον όλων όσων δεν έχουν βιώσει αυτό που βίωσες. Μην τους πετάς κατάμουτρα την καινούργια αλήθεια σου.
Αντιμετώπισες σιωπηλά και ταπεινά τους πόνους σου. Πήγες παραπέρα για να γλείψεις σαν το σκυλί τις πληγές σου. Για λίγο, μακριά από ψευδαισθήσεις κοινότητας, επικοινωνίας και συμπαράστασης με όσους βρέθηκαν δίπλα σου, είτε από τύχη, είτε από μυστήριους δρόμους της ψυχής, είτε επειδή το κοινό σας αίμα τούς τοποθέτησε εκεί δίπλα σου. Προσπάθησες να νοιώσεις στα κατάβαθά σου πως είσαι μόνος. Μόνος, να τα βγάλεις πέρα μ’ αυτό το κορμί, πότε άρρωστο και πότε δυνατό, πότε δικό σου και πότε ξένο. Πότε εσύ και πότε ο καρκίνος: που κάποιες φορές είσαστε το ίδιο…
Και κάποιες άλλες φορές εσύ κι ο καρκίνος είσαστε εχθροί: Ήθελες να επιβιώσεις και κράτησες το δεύτερο. Όχι ότι και το πρώτο δεν είναι αλήθεια, αλλά επέλεξες το δεύτερο. Άφησες πίσω τα μαύρα κομμάτια σου και προσπάθησες να αγκαλιάσεις την αφελή, τη χαζή ανθρωπιά σου. Δεν τα αγνόησες αυτά τα μαύρα κομμάτια σου, τα δέχθηκες και προσπάθησες να τα αφήσεις πίσω. Είναι πάντα εσύ, αλλά είναι το παρελθόν σου. Τώρα θα αρπαχτείς από τα κομμάτια ανθρωπιάς που έχεις μέσα σου. (Οι συναντήσεις με τους ανθρώπους: στιγμές χαζές, στιγμές γλυκιές…)
Όσο ήσουν στις χημειοθεραπείες και τις ακτινοβολίες, όλα όσα έπρεπε να γίνουν τα έκανε το σώμα σου μόνο του. Τις πληγές της ψυχής σου όμως πρέπει να τις γιάνεις εσύ, εσύ είσαι που κάτι πρέπει να κάνεις γι’ αυτές. Κι αυτό είναι πιο δύσκολο: πρέπει να αυτενεργήσεις, να πάρεις την ευθύνη. Όχι μόνο του καρκίνου, αυτό είναι το εύκολο, αλλά της στάσης ζωής σου μετά. Ο καρκίνος μπορεί να ήταν γέννημα δικό σου ή του περιβάλλοντος, με ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Μπορεί να φταις, μπορεί και όχι. Αλλά για την γιατρειά της ψυχής σου, για το τραύμα που άφησαν πίσω τους όλ’ αυτά, είσαι εσύ και μόνον εσύ υπεύθυνος. ( Ο θυμός είναι εχθρός ή φίλος; Το πείσμα; Το αίμα σου; Ποιος επιβίωσε και ποιος έμεινε εκεί πίσω να παλεύει με τα φαντάσματα του νου; )

Τώρα θα ζήσεις. Όσο σε παίρνει ακόμη. Χωρίς υστερίες για την τάχα μου «υγεία σου» (η υγεία: το αποκούμπι των ψυχαναγκαστικών με το χοντρό «εγώ» που δεν ξέρουν πού να το ακουμπήσουν: σε ποιον άνθρωπο, σε ποιο συναίσθημά τους, σε ποια εικόνα τους από το πέρασμά τους στη Γη, σε ποια ιδεολογία, έστω…), αλλά και χωρίς ηρωικές εξόδους (το αποκούμπι όσων δεν τα κατάφεραν εδώ κάτω…). Χωρίς υπεκφυγές τελικά.
Θα καπνίσεις κάμποσα τσιγάρα (αυτά που χρειάζονται για να αφήσεις πίσω καμένη γη). Θα πιεις κάποια βράδια, όσο αλκοόλ αντέχεις τώρα πια (έτσι για να παίξεις με τα όρια: του αλκοολισμού, της Ανάγκης σου που ξεχειλίζει ακόμη, των αληθειών των Άλλων που καμμιά τους δεν σου έφτασε…)

Ένα είναι το φεγγάρι, κι όποιος κυνηγάει άλλα φεγγάρια δεν ξέρει πώς να ζήσει. Λιγοστό το φως, αλλά φτάνει για όποιον μπορεί να βρει τα μάτια να πορεύεται. Λίγη η απόσταση, αλλά αρκετή για όποιον του φτάνει μια ανάσα για να ζει. Μια ελεύθερη ανάσα ― ακόμη. Αυτή, το ξέρεις, είναι η γιατρειά για όλες τις αρρώστιες. Να μπορείς να ανασαίνεις ελεύθερα, να ανασαίνει το μέσα σου, να φυσάει ο άνεμος μέσα από το αίμα σου: να μπορεί να πηγαίνει κάπου αλλού, οπουδήποτε, να δίνει όποια ουσία έχει μέσα του χωρίς τσιγκουνιά, χωρίς δεύτερες σκέψεις, με γενναιοφροσύνη και μεγαλοψυχία επιτέλους.
Ναι, αυτό: να βρεις μέσα σου την πηγή από όπου μπορείς να αντλήσεις γενναιοφροσύνη και μεγαλοψυχία… Και κάτι πάνω από όλα αυτά που παλεύεις μαζί τους. Ένα ανθρωπάκι είμαστε όλοι μας, κι όσοι ξέρουν τον καρκίνο, κι όσοι δεν τον γνώρισαν μέσα τους. Ποιος ξέρει, ποιος απ’ όλους θα γίνει κάποτε άνθρωπος…

Advertisements