Προς θεού, μην του πείτε πως είμαι απολλωνιστής! Έχει και η ειλικρίνεια στην ψυχανάλυση τα όριά της. Καταλαβαίνετε. Νομίζει ότι είμαι απλώς κάποιος μεσήλιξ παλαιάς κοπής, που παραμένει αριστερός στον καινούργιο αιώνα, που τον έχουν εγκαταλείψει οι γυναίκες που αγάπησε, που έχασε κάμποσες επαγγελματικές ευκαιρίες, παίζει πάντα λάθος νούμερα στο Λόττο και περιμένει τη σειρά του στις ουρές. Αυτά μπορεί να τα αποδεχθεί. Το Απολλωνάκι όμως πάει ένα βήμα παραπέρα. Ένας φυσιολογικός ενήλικος μπορεί να επιμένει σε πράγματα επειδή δεν καταλαβαίνει ότι είναι προβληματικές συμπεριφορές. Νομίζει, φερ’ ειπείν, ότι είναι αριστερός από ιδεολογία, ότι η γυναίκα του τον εγκατέλειψε λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι ούτως ή άλλως χάνουν στα τυχερά παιχνίδια, ότι είναι ζήτημα ευσυνειδησίας να περιμένει στις ουρές. Ο απολλωνιστής, όμως, ξέρει στα κατάβαθα της ψυχής του ότι, ακόμα κι αν η ομάδα παίξει καλά, πολύ δύσκολα θα νικήσει. Και σε κάθε περίπτωση, δεν πρόκειται ο ίδιος κάποτε να δικαιωθεί. Και κάτι τέτοια οι ψυχίατροι τα παρεξηγούν…
Όμως…
Τη δεκαετία του ’60, στο τέρμα της οδού Πατησίων, η πιτσιρικαρία μαζευόταν για να παίξει μπάλα σε μια τεράστια αλάνα: εκεί που σήμερα βρίσκεται το σχολικό συγκρότημα της Γκράβας. Εκεί μπορούσαμε να φτιάχνουμε πολλά μικρά γήπεδα και πάλι να μας περισσεύει χώρος: ήταν ένα πραγματικό Πολυδύναμο Αθλητικό Κέντρο. Και όταν ήρθε η δεκαετία του ’70 κι είχαμε αρχίσει να φοράμε μπλου τζηνς, πηγαίναμε για ψώνια στο τζηνάδικο του «Ασπραδάκη», όπου μας υποδεχόταν μια μεγάλη αφίσα της ομάδας του Απόλλωνα.

«Άλλος ένας που θα μας πει για την γειτονιά των παιδικών του χρόνων;»
Όχι. Θέλω να πω για τη ματιά μου που ξέμεινε με τα χρόνια να βλέπει ακόμη μπροστά της εκείνους που ήξεραν να χάνουν με αξιοπρέπεια. Χρειάστηκε να δρασκελίσω τα σαράντα για να το αποδεχθώ. Υπήρξε μια εποχή που μας έλεγαν Γιεχωβάδες. Και υπήρχε κάποια βάση σε αυτό πρέπει να ομολογήσω: μαρμαρωμένοι σε κάποια γωνία, να αντέχουμε με καρτερία τα πάνδεινα, να μη δεχόμαστε κανενός είδους μετάγγιση (ακόμη και τα «πουλημένα» ματς δεν αιμοδοτούσαν τον Απόλλωνα…), ταμένοι στη δική μας Σκοπιά. Τα χρόνια πέρασαν. Δεν πάω πια στο γήπεδο (δεν τολμάω να ρισκάρω να πάω σε αυτό το καινούργιο: φοβάμαι μη ξεθωριάσουν στο μυαλό μου οι εικόνες απ’ το παλιό). Όπως και δεν πάω σε διαδηλώσεις. Γιατί και οι αριστεροί δεν είναι πια σαν εκείνους που είχα στην καρδιά μου παιδί. Εκείνους που τα γκολ που έβαζαν ήταν μικρή δικαίωση και ζεστή ελπίδα, κι εκείνα που δέχονταν (το ένα μετά το άλλο) μαθήματα ζωής: η φυσική τάξις του κόσμου. Αλλά έτσι, τότε, η καρδιά ήταν ταμένη κι η ζωή νοηματοδοτημένη.
Η γκάμα των επιλογών παραμένει πάντα η ίδια: με τους νικητές ή με τους ηττημένους. Και η επιλογή παραμένει σταθερή: με τα μικρά μεγέθη, την αξιοπρέπεια της καθημερινότητας, τους μικρούς ανθρώπους με το μεγάλο ανάστημα. Τους αμόλυντους από την αλαζονεία του νικητή, αλλά και από την πικρία του ηττημένου. Το μόνο που άλλαξε είναι η ζέση της καρδιάς: κρύωσε πια.

Advertisements