(στον Μ. Παπανικολάου)

Πρόσµενα, πρόσµενα να ’ρθείς·
εσύ δεν ήρθες όµως.
Τη θλιµµένη γιορτή να µοιραστείς
γιορτή θεών θλιµµένων.

Έµεινα τέλος µόνος µου
της γιορτής κρυφός ο πόνος,
έµεινα όπως δεν έµεινε
ποτέ κανένας µόνος.

Τα µάτια µου είχαν κουραστεί
στην τόση προσµονή.
Και τα ’κλεισα και σ’ είδα,
στο ραντεßού πιστή.

Και την καρδιά µου έκλεισα
πέρα µακριά την πέταξα
κι έπαψα να σε ψάχνω,
λόγους να ζω να φτιάχνω.

Advertisements