Λέω να μετακομίσω σε ένα καινούργιο μπλογκ. Είναι αρκετός πια ο καιρός που, κάθε τόσο, γράφω σ’ αυτό εδώ το μπλογκ. Στην αρχή κανείς δεν φαινόταν να έχει πάρει χαμπάρι την ύπαρξή του. Όχι ότι πείραζε ιδιαίτερα: στο κάτω – κάτω μέχρι πρόσφατα έγραφε πάνω – πάνω στη σελίδα ένα «test». Το είχα βάλει στην αρχή, όταν έκανα δοκιμές μέχρι να καταλάβω πώς λειτουργεί το site. Και, στη συνέχεια, το είχα αφήσει επειδή για πολύ καιρό το μπλογκ ήταν πράγματι ένα τεστ. Δοκίμαζα τις ιδιαιτερότητες της μπλογκογραφής…

Μέχρι που ήρθε κι εγκαταστάθηκε στη γειτονιά (στην οποία γειτονιά, εγώ δεν είχα ξεμυτίσει μέχρι τότε έξω από το μπλογκ μου…) ο Νίκος Δήμου με το δικό του μπλογκ. Φασαρία και κόσμος πολύς μαζεύτηκε. Διάβαζα τα κείμενά του και λιγοστά από τα σχόλια.

Εδώ, σε αυτό το σημείο, μια παρένθεση: βιβλία του Νίκου Δήμου είχα διαβάσει (λίγα) από την δεκαετία του εβδομήντα. Νεαρός τότε εγώ, θαμών των ιδεολογικών καφενείων της εποχής, τον είχα κατατάξει στα γρήγορα ―με την αλαζονική βιασύνη της ηλικίας― σε όσους βαριέμαι, κι ας έχουν κάποιες ευτυχείς στιγμές στα γραπτά τους. Όχι, δεν ευθυνόταν η ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς για την τότε άποψή μου. Διάβαζα και άλλους «αιρετικούς» άλλωστε, από τότε, ψηλαφώντας προφανώς τη δική μου αίρεση. Όχι, λοιπόν, δεν ήταν η Αριστερά η αιτία. Τα νιάτα μου έφταιγαν και η βιασύνη του μυαλού μου… Πρόσφατα, λοιπόν, που επαναπροσέγγισα τα κείμενα του Νίκου Δήμου, διαπίστωσα ότι μου αρέσουν. Κι ας υπάρχουν, για μένα, λίγες πλέον, «ατυχείς στιγμές» … Μια ποσοστιαία αντιστροφή που, πολύ φοβάμαι, αντανακλά τη σειρά των ηλικιών της ζωής που διένυσα από τότε. Ας είναι…

Κλείνει η παρένθεση και επιστρέφω στην πολυκοσμία που χαρακτήριζε το μπλογκ του Δήμου. Το διάβαζα πού και πού, αλλά δεν σχολίαζα ποτέ, νοιώθοντας μια αγοραφοβική απέχθεια να συνωθούμαι ανάμεσα στο ενθουσιασμένο νικοδημίζον πλήθος. Μέχρι που τα πράγματα ήρθαν έτσι που έγραψα κάποιο σχόλιο. Και το ένα έφερε το άλλο. Και άρχισα να «γνωρίζω» κάποιους από την ―ούτως ειπείν― παρέα που είχε δημιουργηθεί. Και σκέφτηκα πως, μαζί με τα όποια ενοχλητικά κουβαλάει μαζί του το ανθρωπομάνι όπου συχνάζει, ο Δήμου είχε καταφέρει να ελκύσει με τον μυστικό μαγνήτη του κάποια καλά μυαλά, πολλά καλά παιδιά και, κυρίως, μερικούς εραστές της γραφής χωρίς την εμφανή ματαιοδοξία που συνήθως πηγαίνει χέρι – χέρι με το ταλέντο.

Και, επίσης, άρχισαν κάποιοι να επισκέπτονται και το μπλογκ μου. Ας μην παρεξηγηθώ: δεν έχω το ψώνιο να κυνηγάω «αναγνώστες». Άλλωστε, έγραφα και δημοσίευα από χρόνια σε διάφορα έντυπα για καθαρά βιοποριστικούς λόγους. Το τεστ του μπλογκ αφορούσε το άμεσο feedback που μπορεί να έχει κάθε τι που γράφεις. Και σιγά – σιγά, ήρθε κι αυτό. Κι ας άργησε. Κάποια από τα κείμενα στο μπλογκ ήταν δημοσιευμένα ως χρονογραφήματα σε εφημερίδες. Και αποπνέουν τη βία του δημοσιογραφικού λόγου, καθώς και την αλλοτρίωση του βιοπορισμού: πρέπει να γράφεις κάτι, ακόμα και όταν δεν σου βγαίνει τίποτα…

Τώρα, λοιπόν, που (ευτυχώς ή δυστυχώς) δεν πιέζομαι να παραδίδω κάπου μερικά «κομμάτια», λέω να μετακομίσω…
Να ξαναβρώ την αίσθηση της καινούργιας αρχής. Σε τόσα και τόσα πράγματα στη ζωή μου, κατά πολύ πιο σημαντικά (και επώδυνα…) από ένα μπλογκ, βίωσα τις «καινούργιες αρχές» ως κατάρα όποτε έψαχνα κάποιο λιμάνι. Τις ίδιες «καινούργιες αρχές» που, όταν κοιτάζω πίσω, καταλαβαίνω πως ήταν ευλογία και συγχαίρω σιωπηλά τον εαυτό μου που ξεκίνησε τόσες φορές από το μηδέν, αψηφώντας τους φόβους του και τις Σειρήνες της εκάστοτε ασφάλειας. Γιατι όχι, λοιπόν, κατ’ αναλογίαν με τα «σημαντικά» της ζωής, και ένα καινούργιο μπλογκ; ( Η Ροδιά, δηλαδή, τι παραπάνω έχει; )

Advertisements