O φανατισμός παίρνει πολλές μορφές. Δεν είναι μόνον ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός ή οι ρατσιστικές αντιλήψεις. O νους που υποκύπτει στον φανατισμό μπορεί να αποφασίζει και για γλωσσικές εκφράσεις, αποφαινόμενος τελεσιδίκως περί του «σωστού» και του «λάθους». Πρόκειται για μια φαινομενικά διανοητική διαδικασία, που όμως στην πραγματικότητα εντάσσεται μάλλον σε αυτό που ο Γιουνγκ ονόμαζε «σκιά». Τον χώρο όπου προβάλλουμε όσα μη αποδεκτά κρύβουμε μέσα μας: τον σκοτεινό χώρο του «άλλου» που αναδεικνύει τη φωτεινότητα του δικού μας.
Ένα είδους γλωσσικού φονταμενταλισμού θάλλει και στον χώρο της ελληνικής δημοσιογραφίας σήμερα. Δημοσιογράφοι ακολουθούν γλωσσικές μόδες και διορθωτές κηρύσσουν τζιχάντ κατά των ετεροδόξων. Και συχνά ―αν και αυτό εν προκειμένω ουδεμία σημασία έχει― μπορεί και να κάνουν οι ίδιοι λάθος. Όπως, νομίζω, συμβαίνει στην περίπτωση της μόδας του «όλους όσοι»: Οι καλοί μου φιλόλογοι μου είχαν μάθει στο Συντακτικό το φαινόμενο της Έλξης. Το υποκείμενο της δευτερευούσης προτάσεως έλκει την πτώσιν εκ του αντικειμένου της κυρίας: όλους όσους, όλων όσων και τα λοιπά.
Αυτό που μου έμαθαν οι καλοί μου φιλόλογοι σήμερα δεν θεωρείται μια άποψη, έστω και παρωχημένη. Θεωρείται «λάθος» που εγείρει την μήνιν δημοσιογράφων και διορθωτών, όλων… εκείνοι που θεωρούνται αρμόδιοι ή έχουν την διακριτική ευχέρεια να κανοναρχούν τα του δημόσιου λόγου (δεν τολμώ ούτε καν να αναφερθώ τον τηλεοπτικό λόγο).
Τον ίδιο, περίπου, καιρό που οι φιλόλογοι μου μιλούσαν για την Έλξη στο Συντακτικό, κάποιοι συμφοιτητές μου έγραφαν στους τοίχους του κατειλημμένου πανεπιστημίου «Kάτω οι τετραγωνισμένες φυτείες. Ζήτω η άναρχη βλάστηση». Η γλώσσα έχει τους δικούς της, ίσως και μυστικούς, κανόνες, όπως και η Φύση, άλλωστε. Και το εργαλείο προσέγγισης είναι αυτό που λέγεται «γλωσσικό αισθητήριο», και όχι η ψυχαναγκαστικού τύπου… καλλιέπεια.

11/9/04

Advertisements