Το απόγευμα ήταν γλυκό και ο ήλιος που δεν είχε ακόμα δύσει ήταν ευπρόσδεκτος μετά το κρύο των τελευταίων ημερών. Ο Μπάµπης κάθισε στην αγαπηµένη του πολυθρόνα και ήπιε την πρώτη γουλιά από το ουίσκι του. Απόψε ένοιωθε υπέροχα. Ήταν πολύ ευχαριστηµένος µε τον εαυτό του, ένοιωθε καλά που ήταν ο Μπάµπης — και κανένας άλλος. Ο ίδιος Μπάµπης που είχε επιβάλλει τους δικούς του όρους σε κοτζάµ τράπεζα την ίδια µέρα το πρωί! Τελικά αυτοί οι τύποι στις τράπεζες ήταν µεγάλα κορόιδα… Είχε πάρει το δάνειο µε τους πιο ευνοϊκούς όρους και, σαν να µην έφτανε αυτό, τους είχε εξαναγκάσει να φτάσουν στο σηµείο να του πουν να µη νοιάζεται αυτός για την αποπληρωµή — αυτοί θα τα φρόντιζαν όλα! Αυτή η αφίσα στη τζαµαρία της τράπεζας λες και ήταν γραµµένη γι’ αυτόν ειδικά: τον Μπάµπη. Τον µάγκα-διπλωµάτη. «Με τους δικούς µου όρους», έγραφε. Και ο Μπάµπης δεν θα άφηνε την ευκαιρία να πάει χαµένη… Καλά τους είχε φέρει ßόλτα. Ο άντρας στο κάτω – κάτω, ο πραγµατικός άντρας, από κάτι τέτοια ξεχωρίζει: να επιßάλει τους δικούς του όρους. Να µετράει η προσωπικότητά του. Βέßαια µε αυτούς στην τράπεζα ήταν εύκολη δουλειά. Ο Μπάµπης το κατάλαßε από την πρώτη στιγµή, όταν είδε τα ενηµερωτικά φυλλάδιά τους. Αυτοί οι τύποι πίστευαν ότι το χρήµα έρχεται δεύτερο στη ζωή, άλλα πράγµατα µετράνε περισσότερο, και ο ρόλος του χρήµατος είναι απλώς να εξυπηρετεί αυτά τα «άλλα πράγµατα». Περίµενες τώρα εσύ ότι ο Μπάµπης δεν θα τους έφερνε ßόλτα; Με τους δικούς του όρους. Θα πλήρωνε όποτε είχε, ßρε αδερφέ! Όχι, θα του έλεγαν αυτοί πότε να πληρώσει. Για κορόιδα έψαχναν; Σαν τους άλλους τύπους, χθες, όταν πήγε να πάρει κινητό στον «Γερµανό». «Έχεις τη δύναµη να κερδίζεις», έγραφε απ’ έξω. «Εσάς περίµενα να µου το πείτε», σκέφτηκε ο Μπάµπης. Και τότε άκουσε τη µουσική που ερχόταν µέσα από το µαγαζί: «People have the power», επέµενε η Patti Smith. «Ο λαός έχει τη δύναµη». Ένας κόµπος ανέßηκε στο λαιµό του Μπάµπη. Τα χρόνια της Μεταπολίτευσης τον τράßηξαν απ’ το γιακά. Δακρυγόνα και οδοφράγµατα πέρασαν σαν όραµα µπροστά απ’ τα µάτια του. «Ναι, έχουµε ακόµα τη δύναµη να επιλέγουµε». Και µπήκε στο µαγαζί. Πήγε να τον διπλαρώσει ένας γλυκύτατος υπάλληλος που τον κοίταζε σαν ερωτευµένος.― Εµείς εδώ στον “Γερµανό” επικοινωνούµε», του είπε µελιστάλακτα.«Πίσω, ρε φιόγκο», σκέφτηκε ο Μπάµπης, αλλά δεν είπε τίποτα. Σηµασία είχε να κάνει τη δουλειά του: να πάρει την συσκευή που ήταν φτιαγµένη γι’ αυτόν, τον Μπάµπη! Αυτή τη συσκευή που, όταν τη σχεδίαζαν στην Φινλανδία, ένας ξανθός επικεφαλής του Τεχνικού Τµήµατος είχε µνηµονεύσει στην εισήγησή του στο µήτινγκ τις ανάγκες του Μπάµπη. Είχε λοιπόν πράγµατι τη δύναµη να επιλέξει. Δεν θα του επέßαλε κανένας «Γερµανός» ποιο κινητό να πάρει. Ο Μπάµπης αποφασίζει µόνος του. Ο Μπάµπης είναι ασυµßίßαστος. Κι ακόµα, µε τον τρόπο του, είναι επαναστάτης. Μπορεί να έφυγε εδώ και πολλά χρόνια από την Τοπική Οργάνωση, αλλά εξακολουθεί να επιλέγει τα προϊόντα που του πάνε. Κανένας συµßιßασµός! Ακόµη και το γιαούρτι που θα πάρει, που λέει ο λόγος, θα είναι επαναστατικό. Αντισυµßατικό. Πρωτοποριακό. Γιατί έτσι είναι ο Μπάµπης. Και σ’ όποιον αρέσει! Έτσι είναι αυτός, είναι ο εαυτός του και δεν συµßιßάζεται µε τίποτα λιγότερο. Για τον εαυτό του και την οικογένειά του θέλει πάντα το καλύτερο! Ένοιωσε ξαφνικά πως χρειαζόταν κάποιον να µοιραστεί µαζί του τις µεγάλες στιγµές του. Συνειδητοποίησε ότι ένας ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος γι’ αυτό: ο Αλέκος.

Η εκδίκηση του Αλέκου

― Έλα, Αλέκο! Πόσα πλήρωσες για το κινητό που πήρες; Χα, χα, χα!

Ο Μπάµπης ένοιωσε αµέσως πολύ καλύτερα. Όποτε µιλούσε µε τον Αλέκο στο τηλέφωνο του έφτιαχνε η διάθεση. Αυτός ο Αλέκος ήταν µεγάλο κορόιδο. Παρασυρόταν συνεχώς από τις διαφηµίσεις και από τους πωλητές στα µαγαζιά και αγόραζε ßλακείες! Και ο Μπάµπης του το απεδείκνυε κάθε φορά στην πράξη: µε τις δικές του έξυπνες, µαγκιόρικες αγορές! Εκµεταλλεύτηκε την αµήχανη σιωπή του Αλέκου για να επιφέρει το τελικό χτύπηµά του.

― Και µε τι όρους πήρες το Έξυπνο Κινητοδάνειο;

Ένας λυγµός ακούστηκε από την άλλη άκρη της γραµµής. Ο Αλέκος είχε σπάσει επιτέλους.

― Δεν πήρα “Έξυπνο Κινητοδάνειο”… Βρήκα µια προσφορά του “Δυναµικού Ψυχοδάνειου” και το προτίµησα. Ξέρεις, κάνω ψυχοθεραπεία εντελώς τζάµπα τώρα, και πληρώνω άτοκα όταν αυτοκτονήσει ο ψυχίατρός µου.

Ο Μπάµπης κοίταξε από το παράθυρο την απογευµατινή κίνηση στον δρόµο. Καταλάßαινε πως ένοιωθε οίκτο για τον Αλέκο και την κατάσταση στην οποία ßρισκόταν. Ήξερε ßέßαια πως ο ίδιος δεν παρασυρόταν σαν τον Αλέκο. Δεν θα έπαιρνε ποτέ ένα “Δυναµικό Ψυχοδάνειο” που δεν το χρειαζόταν, µόνο και µόνο επειδή επηρεάστηκε από κάποια διαφήµιση. Αλλά υπήρχε κόσµος µε λιγότερη ψυχική δύναµη από τον ίδιο, πιο αδύναµες προσωπικότητες που χανόντουσαν σε ένα ατέρµονο ύπουλο παιχνίδι. Και οι πιο προικισµένοι άνθρωποι θα έπρεπε να νοιάζονται για τον συνάνθρωπό τους. Ναι, είχε αρχίσει να ßλέπει τον Αλέκο µε άλλο µάτι. Η κίνηση στον δρόµο είχε αραιώσει και η ßραδιά που ερχόταν είχε µια γλύκα που άγγιζε τον Μπάµπη ßαθιά στην καρδιά του. Δεν ήταν απλώς µια δυνατή προσωπικότητα. Είχε και µια σπάνια ποιότητα ως άνθρωπος, µια γνήσια καλοσύνη. Ναι, στο επόµενο τσουνάµι θα έδινε λεφτά στους τηλεµαραθώνιους. Θα έπνιγε τη συγκίνησή του παρακολουθώντας τα ρεπορτάζ στα κανάλια και θα έδειχνε την ανθρωπιά του καταθέτοντας τον οßολό του.

Για την ακρίßεια, ανυποµονούσε να τη δείξει…

Αλλά προς το παρόν έπρεπε να ßοηθήσει τον Αλέκο. Έπρεπε να πάρει από τώρα ένα “Ανοιχτό Τσουναµοδάνειο Αγάπης” και να το κάνει δώρο στον Αλέκο. Τι θα γινόταν αν ο ψυχίατρός του αυτοκτονούσε σε µια ακατάλληλη στιγµή; Ο Αλέκος παρασυρόταν από τις διαφηµίσεις, έπρεπε αυτός να τα σκέφτεται όλα…

19/2/2005

Advertisements