Ι. ΤΟΤΕ: Ένα γράμμα στο ψυγείο

«Σήμερα το πρωί πέρασα από το σπίτι να μαζέψω τα πράγματά μου, όπως στο είχα υποσχεθεί. Όλα γνωστά και οικεία, τριάντα ώρες μετά. Σαν να γυρίζω σπίτι από εκδρομή… Νοιώθω να φεύγω και να επιστρέφω ταυτόχρονα στο ίδιο σημείο, κοιτώντας το τοπίο για πρώτη και τελευταία φορά. Η δική μου Έρημη Χώρα περιμένει να τη λεηλατήσω.

Στην κρεβατοκάμαρα άνοιξα τα παντζούρια και ο ήλιος όρμησε στο ξέστρωτο κρεβάτι. Ανάμεσα στα σεντόνια είχες ξεχάσει εκείνο το φανελάκι που μου είχες πάρει στο Ναύπλιο. Και που το φόραγες η ίδια τις νύχτες. Μπορεί και να το άφησες επίτηδες σήμερα το πρωί ― δεν έχει σημασία τώρα πια… Το πήρα και το κράτησα ψηλά. Το σκίτσο ενός αραχτού γουρουνιού που λέει αυτάρεσκα «Με θέλουν όλες για το κορμί μου». Εσύ και η αναθεματισμένη ειρωνία σου… Έμεινα για ώρα να το κοιτάζω αφηρημένος: άσπρο, σαν το παγωμένο βλέμμα σου αυτές τις τελευταίες μέρες. Σαν την πάλλευκη ερημιά της προχθεσινής νύχτας. Η λαιμόκοψή του φαντάζει σαν ένα κακόγουστο αστείο για τον δικό μου λαιμό. Έφερα το φανελάκι σου στο πρόσωπό μου: δεν είχε μόνον τη μυρωδιά σου, ήταν σαν η ψυχή σου να πέταξε πέρα μακριά μου, ένα αλαφιασμένο καρτούν που αφήνει πίσω του ένα αστείο απομεινάρι απ’ το σώμα του. Σαν κάτι να πέθανε ― ή να ξαναγεννήθηκε, ούτε αυτό έχει σημασία τώρα πια. Και με αυτό το ξέπνοο σώμα πρέπει να πορευτώ τώρα εγώ, ψυχή μου. Αλλά, ας σταματήσω εδώ. Το σημείωμα στο ψυγείο μου ξέφυγε και έγινε ολόκληρο μυθιστόρημα. Όπως μας ξέφυγε κι η κατάσταση τον τελευταίο καιρό.

Τα πράγματά μου πάντως τα πήρα. Έπαιξα τίμια ―δεν αφήνω πίσω τίποτα― δεν γυρίζω πίσω. Το φανελάκι στο άφησα… Το κλειδί μου είναι στο γραμματοκιβώτιο. Καλή τύχη».

ΙΙ. ΧΩΡΙΣΜΟΙ: Ο ρυθμός του κόσμου

Είχαν περάσει δέκα χρόνια από τον χωρισμό τους. Δεν είχαν κρατήσει καμία επαφή, όπως, εξάλλου, εκείνη το είχε ζητήσει. Ένα ξαφνικό τηλεφώνημά της και λίγες αμήχανες κουβέντες. Η συγκυρία ευτυχής: ήταν να ανέβει για κάποια άλλη δουλειά στη Θεσσαλονίκη και συμφώνησαν να συναντηθούν.

Ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Εξέπεμπε άλλο φως· και σίγουρα όχι εκείνη την ασημί λάμψη που εκείνος φύλαγε μέσα του επί τόσα χρόνια. Ήταν φυσικό, είχαν συνεχίσει να ζουν και μετά τον χωρισμό τους· έτσι είναι αυτά τα πράγματα. Αλλά αυτά τα καταλαβαίνει μόνο το μυαλό. Εντός του είχε συνεχίσει να ζει απαιτητικά ένα διά παντός εικοσάχρονο κορίτσι. Η πληγή του χωρισμού είχε κλείσει από καιρό, αναζητούσε όμως πάντα εκείνο το ασημένιο φως που έμπαινε τις νύχτες από το μπαλκόνι τους. Η νεότητα πυρώνεται από την απληστία και το διά παντός εικοσάχρονο κορίτσι έκλεβε το ασημί του φεγγαριού από τις επόμενες νύχτες της ζωής του. Τώρα όμως καταλάβαινε πως ό,τι κι αν ήταν αυτό που αντικαθρέπτιζε τότε το βλέμμα της, ό,τι κι αν ήταν αυτό που συνόδευε και αιμάτωνε τότε τις χειρονομίες της, τώρα πια είχε μεταλλαχθεί.

Στο ταξίδι του γυρισμού προσπάθησε να βάλει κάποια τάξη σε όλα αυτά. Εις μάτην. Την ίδια νύχτα, δεν τον έπαιρνε ο ύπνος. Από την υπερένταση του ταξιδιού, σκέφτηκε. Βγήκε στο μπαλκόνι να κάνει ένα τσιγάρο κι οι σκέψεις του τον πήραν μακριά. Το τσιγάρο έσβησε κι εκείνος είχε απομείνει να κοιτάζει για ώρα ένα συγκεκριμένο αστέρι. Κάποιοι πιστεύουν ότι το φως μερικών αστεριών που βλέπουμε έχει αυτονομηθεί και ταξιδεύει ακόμη, πολύ καιρό μετά τον θάνατό τους. Ασ’ τους να λένε. Εκείνος το έβλεπε αυτό το αστέρι και ζούσε μαζί με το φως του. Η πηγή του ήταν αδιάφορη και ξένη πια.

ΙΙΙ. ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ: Οι ανηφόρες των χεριών της

Την κοίταζε μπροστά του να ανεβαίνει την ανηφόρα προς την εκκλησία του χωριού. Φορούσε παντελόνι και σακάκι, ίσια παπούτσια ― η λειτουργικότητα προηγείται της αισθητικής. Εκείνος ξεφύσαγε πιο πίσω. Μεγάλη Παρασκευή, όμως, και ήθελε να νοιώσει το ανοιξιάτικο αεράκι από εκεί ψηλά…

Κρατούσε από το χέρι τη μικρή ανιψούλα της. «Στην κατηφόρα ανεβαίνω καλύτερα», της εξηγούσε η μικρή στη στροφή. Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε χαμογελώντας. Υπήρχε ακόμη γλύκα στο βλέμμα της, μόνο που έμοιαζε να έρχεται από κάπου μακριά. Ίσως από εκείνον τον ερημότοπο που εξόρισε, χρόνια πριν, την ψυχή της για να μπορέσει να γλιτώσει από τον κόσμο γύρω της, που ήταν κάτι λιγότερο από όαση. Και να γεννήσει τα παιδιά της. Να σωθεί. Να ξαναβρεί κάτι πιο μεγάλο από το μισερό ολόκληρο της καρδιάς της και το λειψό φανταχτερό του κόσμου. Αγγίζει πια τα πενήντα, μα φυλάει ζηλότυπα μέσα της ένα δεκαπεντάχρονο που θέλει το μέλι του κόσμου για πάρτη του. Που θέλει να του κάνουν δώρο τα πάντα. Πότε -πότε στέκεται μπροστά στον καθρέφτη της και ξαναγίνεται δεκαπέντε χρονών. Τότε που έκανε πρόβες μπροστά σ’ έναν άλλον καθρέφτη: προσπαθούσε να περπατάει μονοκόμματα, χωρίς να κουνάει πέρα δώθε τον κώλο της. Τότε που ήθελε να την κοιτούν και να βλέπουν μόνον την ψυχή της. Πρόωρα εκτελεσμένος ναρκισσισμός. Με μια χαριστική βολή να μυρίζει μπαρούτι, φεμινισμό και όνειρα. Στο προαύλιο της εκκλησίας εκείνος κοιτάζει τα χέρια της. Δεν είναι πια χέρια δεκαπεντάχρονου κοριτσιού. Φλέβες υπαινίσσονται τις διαδρομές της ζωής της. Καφετιά στίγματα προδίδουν τους σταθμούς όπου αλάφιασε η ψυχή της.

Την τραβάει παράμερα, δίπλα στον τοίχο του μικρού νεκροταφείου του χωριού. Παίρνει τα χέρια της στα δικά του και τα διαβάζει σαν παλιό πειρατικό χάρτη, που ίσως και να δείχνει πού βρίσκεται θαμμένος ο χαμένος θησαυρός του.

20-6-2006 http://doncat.blogspot.com/2006/06/3.html

Advertisements