Παίρνω αφορμή από ένα σχόλιο που εμφανίστηκε στο μπλογκ του Νίκου Δήμου για να ρίξω μερικές σκόρπιες σκέψεις στο χαρτί αυτού του ημερολογίου. Αλλά πρώτα το σχόλιο:

«Lefteris Kritikakis said…
Η ΤΕΧΝΗ
… τούτο το blog [αναφέρεται στο μπλογκ του Νίκου Δήμου…] έχει συγκεκριµένο στυλ, φιλτράρει εκτός κάθε τι άλλο. Δεν µπορεί ας πούµε να ξεκινήσει θέµα του στυλ “το µέλλον των µικροεπεξεργαστών”. Το ύφος του blog είναι λογοτεχνίζων και ευρω-ροµαντικό, έχει να κάνει µε πράγµατα χαµένα, µε νοσταλγίες και ßρίθει µελαγχολίας. Πάω να διαßάσω για έρωτα και ßρίσκοµαι µπροστά σε µαύρες κλάψεις για χωρισµούς.
Κι αυτό το καταλαßαίνω, γιατί δεν έχω διαßάσει τίποτα το χαρούµενο από Ελλάδα τα τελευταία 10 χρόνια. Τίποτα που να είναι απλά περιγραφικό και δυνατό… κάτι του στυλ “κατεßήκαµε στην παραλία, κάναµε έρωτα και φάγαµε καρπούζι νυχτιάτικα”. Που µπορεί να ακούγεται “πεζό” στη γραφή, αλλά για όσους το έχουν ζήσει ορισµένες φορές, είναι ροµαντικότατο και πολύ πιο δυνατό από περίπλοκες και φανταχτερές εκφράσεις που καταντούν στο τέλος µελαγχολικές και καταθλιπτικές.
Μπορώ να γράψω:

«πηδηχτήκαµε στις 3 το πρωί µέσα στη µέση του πουθενά στον Αµερικάνικο νότο, ούτε καλαµπόκι δεν είχε γύρω, πάλι καλά που δεν µας είδε κανείς πάνω στο καπό του αυτοκινήτου»

ή µπορώ να γράψω το ίδιο πράγµα ως εξής:
«κάναµε έρωτα εκεί που ήταν παλιά τα ληµέρια των Ινδιάνων, εκεί που απλωνόταν ακόµα η σοφία των αρχηγών, σαν οµίχλη του πρωινού που γράφει τη λέξη µυστήριο πάνω στα φύλλα των φρεσκοφυτεµένων λουλουδιών” ή κάτι τέτοιο ή και χειρότερο. Συγγνώµη, αλλά προτιµώ την ΠΡΩΤΗ έκδοση. Διότι για κάποιον που έχει ζήσει πέντε πράµατα, δεν χρειάζονται αόριστες εκφράσεις για να καταλάßει… και να “συν-ζήσει” ή να επικοινωνήσει. Γι’ αυτό το λόγο, γιατί περιγράφετε τον έρωτα σαν πληγή, σαν πόνο, δεν µ’ αρέσουν τα γραπτά των περισσοτέρων. Σκέτη αυτοκτονία τα γραπτά σας για τον έρωτα (ευτυχώς που δεν έζησα τέτοιες χλιαρές και pathetic καταστάσεις). Επειδή οι περίπλοκες εκφράσεις σας σκοτεινιάζουν την όποια εικόνα µπορεί να σχηµατίσει κανείς στο µυαλό του. Άµα δεν γράψεις απλά, ο άλλος δεν µπορεί να συσχετίσει το γραπτό σου µε τις δικές του εµπειρίες ή επιθυµίες ή λαχτάρες. Γράψε απλά. Τη µια λέξη µετά την άλλη, τη µια απλή εικόνα µετά την άλλη, όπως απλοί και µονότονοι είναι και οι κόµποι που φτιάχνουν το ύφασµα, που φτιάχνει το όµορφο πουλόßερ… που µπορεί να το χρησιµοποιήσει κάποιος, να το ευχαριστηθεί, να το θαυµάσει, να ζεσταθεί φορώντας το. Τέχνη, δηλαδή.

Αυτά.

Λευτέρης

Παρασκευή, Ιούνιος 23, 2006 9:30:37 πµ»

Tο διαβάζω και το ξαναδιαβάζω προσπαθώντας να αντλήσω κάτι πολύτιμο. Παντού υπάρχει κάτι που ένας ρακοσυλλέκτης να μπορεί να αξιοποιήσει. Και υπάρχει κι εδώ… Μόνο που πρέπει πρώτα να περιεργασθεί με τα τρυπημένα γάντια του αυτό το σχόλιο:

Σκέπτομαι πως, όταν κατεβαίνουμε στην παραλία, κάνουμε έρωτα και τρώμε καρπούζι νυχτιάτικα, απλώς περνάμε καλά. Δεν χρειάζεται να γράψουμε γι’ αυτό. Εκτός αν μας ενδιαφέρει να κάνουμε τον «καμπόσο» σε κάποιον κακομοίρη που, είτε δεν κάνει έρωτα, είτε δεν έφαγε καρπούζι, είτε δεν τα έκανε ταυτόχρονα…
Το ζήσαμε και, αν πήγε καλά η βραδιά, σίγουρα ήταν πιο δυνατό από οποιαδήποτε έκφραση: είτε απλή, είτε «περίπλοκη και φανταχτερή»…
Μόνο που δεν γράφουμε, ούτε για να διαλαλήσουμε την μαγκιά μας ούτε για να υποκαταστήσουμε την όποια ζωή μας αναλογεί. Η ζώσα συνείδηση είναι συνεχής ροή και δεν χωράει σε κουβέντες· όσες και όποιες. Η γραφή δεν υποκαθιστά τη ζωή: η συνείδηση ρέει, η γραφή είναι το σταμάτημά της· τεχνητό, μια στιγμή αυτής της ροής. Και τότε, με αυτή τη «φωτογραφία», ίσως να μπορέσουμε να καταλάβουμε καλύτερα όσα ζούμε: The Uncertainty Principle about living and writing…

Σκέπτομαι, επίσης, πως «κάποιος που έχει ζήσει πέντε πράματα», δεν χρειάζεται τα γραφτά μας για να «συν-ζήσει». Δεν αποσκοπεί καν στο να «συν-ζήσει» διαβάζοντας· οτιδήποτε και με οποιονδήποτε. Μπορεί κάλλιστα, βεβαίως, να «επικοινωνήσει» με κάποιον γραφιά για όσα έζησε. Ο γραφιάς. Αλλά τότε θα πρέπει για τη λίγη ώρα της ανάγνωσης να αφήσει παράμερα «τις δικές του εμπειρίες ή επιθυμίες ή λαχτάρες». Και να μην προσπαθεί να τις συσχετίσει με όποιο γραπτό συναντά μπροστά του… Αν μπορεί, φυσικά, και εφόσον η βαθύτερη επιθυμία ή λαχτάρα δεν είναι να μιλάνε όλοι μόνο για τις δικές του εμπειρίες…
 
Αλλά να που ο ρακοσυλλέκτης βρίσκει και κάτι πολύτιμο. Ας πούμε ότι το είχε ξαναβρεί σε κάποια άλλα σκουπίδια, αλλά είναι καλό πάντα να έχεις και μια καβάντζα: «Γράψε απλά». Σωστά! Κι αν το σχόλιο ήταν μόνον αυτές οι δυο λέξεις, θα έσπευδα να συμφωνήσω. Μόνον που χρειάστηκαν τετρακόσιες λέξεις ακόμα για να το πει… Μερικές δε εξ αυτών (απλώς) απλοϊκές… Ας είναι. Ο ρακοσυλλέκτης το κρατά: Ναι, γράψε απλά! Είτε γράφεις για το καρπούζι, είτε για τα παλιά λημέρια των Ινδιάνων, είτε για «χλιαρές και pathetic καταστάσεις». Γράφε απλά. Διάλεξε λέξεις σαν ψωμί κι ελιές, και βάλτες δίπλα τη μια στην άλλη σαν σε καρό πετσέτα…

Αυτά.

Advertisements