Μου άρεσε να γράφω χιουμοριστικά κείμενα. Ευθυμογραφήματα. Τα απολάμβανα. Ήταν επιθετικότητα, καλυμμένη· το ξέρω. Το ήξερα. Πάντα είναι ένα φτιασιδωμένο «γαμώτο». Αλλά δεν υπάρχει κι άλλος τρόπος να το βγάλεις. Και να μην γίνεις, φυσικά,  ψιλογελοίος (και γκρινιάρης για κάποιους ανυποψίαστους, και γκουρού για κάποιους καταθλιπτικούς…)

Τελευταία, σταμάτησα. Δεν μου βγαίνουν. Στην εφημερίδα που έγραφα πριν, έβγαιναν πιο άνετα. Υπήρχε χρόνος: λιγότερος για να γράψεις, αρκετός για να ετοιμαστείς να εισπράξεις το feedback. Εδώ, στα μπλογκς, είναι πιο έντονη η αίσθηση του αναγνώστη πίσω από τον ώμο σου να κοιτάει το γραπτό σου, ενός επιθυμητού και ταυτόχρονα απαγορευτικά άμεσου «Καλό!» ή «Τι λές ρε παπάρα…» Και πότε κάνω πίσω, πότε δοκιμάζω σαν προκλητικός έφηβος διάφορα «κουμπιά».
Και, μου φαίνεται, οι «παρεξηγήσεις» στις οποίες σκόνταψα στα μπλογκς είναι πολύ πιο «έντονα χρωματισμένες» από όσες ψυχανεμίστηκα στην «καθεμέρα» ζωή μου (τότε που ήμουν πιο «ζωντανός» στις αγορές του κόσμου…). Οι «ιδιαιτερότητες» του μέσου, φαντάζομαι… Και η γοητεία του (όταν δεν χρησιμοποιείται σαν υποκατάστατο πραγματικής ζωής), ως τρόπος να επιψαδιλεύεις τα επίχειρα στον νου που παλεύει να διαφύγει από το σώμα όπου ετάχθη…

Advertisements