Κι ένα μισομεθυσμένο κείμενο: δεν ξέρω, ίσως αύριο να το βγάλω.
 
Για απόψε: δεν βαριέσαι… Ούτως ή άλλως, όλα λόγια στον αέρα είναι. Φεύγουν, μένουν, ποιος νοιάζεται; «Εγώ» θα φύγω· αύριο, αργότερα… Ας μείνουν πίσω και λόγια που θα τα κάνει ό,τι θέλει ο καθείς. Χάρισμα στο παραγεμισμένο τίποτα. Όποιος μείνει πίσω, ας κηνυγάει μανιασμένα την δημόσια εικόνα του· πίσω της, σαν καβλωμένο σκυλί. Την περσόνα του. Το τρομπαρισμένο εγώ του. Ξαφνιάζομαι πάντοτε, όποτε το συνειδητοποιώ· ότι δηλαδή αυτό το κυνήγι «κινεί» τον κόσμο περισσότερο ακόμη κι από το χρήμα…
Το χρήμα το καταλαβαίνω, κι ας μην το συμμερίζομαι. Την γελοιότητα της νοηματοδότριας «περσόνας», όμως, το φετίχ της τρόμπας του «εγώ», ακόμα δεν έχω καταφέρει να το κατεβάσω από τη γνώση του μυαλού σε εκείνη των σπλάχνων. Μου διαφεύγει κάτι. Παρεξηγήσιμο, οπωσδήποτε. Ατελέσφορο. Αντιπαραγωγικό. Μη κερδοφόρο…

Ή μάλλον ας είμαι ειλικρινής: χόρτασε εκείνο το ζώον μου και το εγκατέλειψα σε μιαν ερημιά. Πόνεσε… Συνέχισα γυμνός. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, δεν κακίζω κανέναν: μου λείπει κι εμένα πότε – πότε το γουνάκι του, η αφή του, η γλύκα του. Αλλά και δεν μετανιώνω για την εσκεμμένη βαρβαρότητά μου: αέρας κι αυτή, πτερόεν που χάνεται στον απροσπέλαστο ορίζοντα…

Advertisements