Το δυσανάγνωστο λιμπρέτο

Kατεβάζεις το ακουστικό του τηλεφώνου και η φωνή της Α. παραμένει για ώρα στον νου σου, να μιλάει για τα κορμιά σας μπλεγμένα, τάχα μου ενωμένα. Ανακαλείς το βλέμμα της. Αισθάνεσαι κορμιά να ελλοχεύουν σε παράξενες γωνιές της μνήμης. Άλλο βλέμμα, η ίδια φωτιά που μετώκησε…

Οι θέσεις είναι εκεί, καθορισμένες από πολύ παλιά. Ένας παίρνει τη θέση και προετοιμάζει την φωτιά, αποχωρεί· ο επόμενος την καρπώνεται. Ή την χρεώνεται. Διαδοχή βλεμμάτων· σειραϊκές σχέσεις. Σωρευμένη ζημία· ζωή…
Μια Αρτεμις σε τοξεύει απειλητικά. Διαφεύγεις, θαρρείς μέσα σε όνειρο, καταφεύγεις σε μιαν Αφροδίτη. Αναθαρρείς και μεταμορφώνεται σε Ήρα. Οικεία. Και η Λίλιθ να παραμονεύει.
Ξανά και ξανά. Και τόσες φορές, «ουκ αν εμβαίης». Παραλλαγές σε ένα θέμα. Κούραση. Και το μοτίβο να ακούγεται πάντοτε καινούργιο.

Σταματάς να πάρεις ανάσα. Συνειδητοποιείς πως η περιφέρεια έχει διασταλεί. Το κέντρο απομακρύνεται. Η διάμετρος, ταξίδι υπερπόντιο πια. Κι όμως, μαγικώ τω τρόπω, είσαι πάλι εδώ: στο κέντρο. Μόνος. Ξαναμιλάς για «γραμμές, επίπεδα και πέτρες», μην τυχόν και καταλάβεις, εσύ ο ίδιος, πόσο διστάζεις να αγγίξεις. Εκείνην. Τα πράγματα που έχουν μιαν υπόσταση που σε υπερβαίνει, εσένα τον φευγαλέο, τον ήδη απόντα, σαν σε προετοιμασία θανάτου. Αγγίζεις τα χνάρια που αφήνεις: παράξενα, υπογραμμίζουν λες την απουσία σου. Ήδη. Ενόσω.

Ξαναγγίζεις διστακτικά οικεία κορμιά. Γλυκαίνεις προσώρας, κι όλα μοιάζουν στην θέση τους. Μουσικό μοτίβο που επαναλαμβάνεται και σε καθησυχάζει, με μια μικρή καθυστέρηση, ίσα που να τραφεί για λίγο η αποθυμιά. Υπάρχει και λιμπρέτο ― τι νόμισες, βρε χαζούλι;

Εσύ επιμένεις να αγγίζεις άτσαλα και με λαχτάρα καινούργια κορμιά. Ναι, το λιμπρέτο υπάρχει· πάντα. Καλά τα λέει· συνήθως. Εσύ είσαι που δεν βλέπεις πια καλά. Βάζεις τα πρεσβυωπικά γυαλιά σου, τα γράμματα μεγαλώνουν, τα περιγράμματα καθαρίζουν. Η λαχτάρα εξαφανίστηκε.
Τώρα που μπορείς να διαβάσεις, θαμπώνουν λίγο – λίγο τα κορμιά. Σαν ήχος πανηγυριού που καλά κρατεί, όλο και πιο μακριά από το παράθυρό σου μέσα στη νύχτα. Το κρεβάτι σου, το σπίτι σου, το γραπτό σου, μετακινούνται ανεπαίσθητα μέσα στη νύχτα.
Ταξιδεύεις ― και δεν το ξέρεις. Ονειρεύεσαι ακόμη ταξίδια, ενόσω έχεις επιβιβασθεί ήδη για την Επιστροφή. Ανεπαισθήτως…

Κάπου παραδίπλα, ακούς αχνά μέσα στη νύχτα μια συζήτηση. Ομιλίες για κορμιά. «Σώματα» τα λένε, αλλά αυτό εννοούν: «κορμιά»… Ίσως να μην ξέρουν, ακόμη, τη διαφορά, ίσως και να είναι ελαφρώς ζαλισμένοι από τη βαριά μυρωδιά των νυχτολούλουδων… Είναι τόσο γλυκείς καθώς ανιχνεύουν με τυφλά δάχτυλα τον δρόμο στα εκτυφλωτικά σκοτεινά κορμιά του φαντασιακού τους.

Μια ροζ γραμμή λέει στα μάτια σου πως όπου να ’ναι θα ξημερώσει. Επιστρέφεις στο σώμα σου. Πόσων χρόνων είσαι τώρα; Α, ναι, επιστρέφεις στην ηλικία που δεν ορίζεται με νούμερα: που την λένε «τώρα». Είσαι και πάλι «Τώρα»… Μωρό και γέρος μαζί. Πακέτο.

Ξεκινάς για την κουζίνα και στον διάδρομο σκέφτεσαι: «Να φτάξω καφέ, να φάω και κάτι για να πάρω τα χάπια μου, τα πρωινά…»

Advertisements