Τον γνώρισα χθες: γράφει κι αυτός σε κάποιο μπλογκ. Κατασκηνώνει «ελεύθερα» στις παρυφές των μπλογκς, δεύτερο σκήνωμα για τα περισσεύματα της ψυχής του. Γράφει και επινοεί τη ζωή του, τώρα που μεγάλωσε αρκετά ώστε να βλέπει την διαλεκτική ζωής και γραφής: τη ζωή του ως προετοιμασία για την γραφή· και τη γραφή ως προετοιμασία για νοηματοδοτημένο βίωμα. Ως περιποίηση τιμής στα πρώην «εδώ και τώρα» του: το μέγα ζητούμενο, δηλαδή.
Στην τρίτη μπύρα, μου πέταξε: «Σέβομαι τον σεβντά μου, αν με εννοείς…»
Εννοώ.
Προσπαθεί να τραγουδήσει, κατά τη διάρκεια της φωτεινής νύχτας του, με σχετική εντιμότητα και αμέριστη γενναιοψυχία, το ίζημα όσων ζει κάθε μέρα.
Πήραμε καινούργιες μπύρες και συμφωνήσαμε για την επιφάνεια των πραγμάτων: την τόσο βαθειά, την τόσο ακατανόητη. Την μολύνουν άγγελοι, άλλωστε, την διαστρεβλώνουν.
Προσπαθεί να ζει μαζί με τους αγγέλους, αλλά να γράφει ως να μην υπήρχαν. Η αγγελική διαλεκτική του καρποφορεί.
Φάγαμε και σουβλάκια, χαζέψαμε και κάποια θηλυκά που δεν μπορούσαμε και, κατά ευτυχή συγκυρία, δεν θέλαμε να αγγίξουμε (οι δαχτυλιές κάποιων αγγέλων ήσαν, εντούτοις, ορατές στο περίγραμμά τους). Κάμποσες ώρες μετά, «το διαλύσαμε», συμφωνώντας με θέρμη να ξαναβρεθούμε τις αμέσως επόμενες βραδιές.

Advertisements