Νύχτωσε πάλι. Kάτι γυροφέρνει το μυαλό σου αλλά δεν λέει να μπει μέσα ― να ανακουφιστείς. Κάτι προσπαθείς να θυμηθείς, κάτι που είχες ξεχάσει στο τρεχαλητό της μέρας που πέρασε. Αιωρείται κάπου δίπλα σου, σαν το νήμα ονείρου που κάνεις να ακολουθήσεις κι όλο σού διαφεύγει. Βαριά λαϊκά και παιδιά που τσιρίζουν σε κυκλώνουν από τον ακάλυπτο. Κάποιο γιασεμί, όμως, κάνει όλους τους ήχους λιγότερο εχθρικούς, λειαίνει τις αιχμηρές άκρες τους. Εξακολουθούν όμως να σκουντάνε το μυαλό σου με βία.
Σκέφτεσαι πως, λοιπόν όχι, δεν είσαι μόνος σου: κάπου εκεί έξω υπάρχουν ψυχές που αντηχούν στις ίδιες νότες με την δική σου, υπάρχουν σελίδες που μιλούν στην ίδια γλώσσα, υπάρχουν τοπία με τα ίδια χρώματα. Μάλλον όχι με τα ίδια: νότες, λέξεις, χρώματα, που ταιριάζουν με σένα, που ακουμπάνε γλυκά δίπλα στα δικά σου: αδέλφια. Μπορεί να μην τα έχεις συναντήσει ακόμη, αλλά υπάρχουν. Και κάποια δέντρα, και κάποια ζωντανά. Ή και κάποιες πέτρες που έχουν πάρει το κατάλληλο σχήμα περιμένοντάς σε. Σίγουρα υπάρχουν ― ίσως εσύ να μην έχεις πάρει ακόμη το κατάλληλο σχήμα για να τα συναντήσεις…
Είναι τρομακτική η ιδέα πως μπορεί να μην υπάρχει πουθενά μια αντίστιξη της ψυχής σου. Σε σπρώχνει σε πίστεις που βιάζουν εξίσου την ψυχή και το πνεύμα σου. Αντιστέκεσαι, εννοείται. Αναμετριέσαι με τον κόσμο και τον βρίσκεις πολύ περισσότερο και άχρηστο. Μεγαλύτερο από σένα, ξένο για τα δικά σου. Πεινάς και σε τρατάρει φοντανάκι.
Θα πάρεις, λοιπόν, αποφάσεις. Δεν ξέρεις ποιες ακριβώς, αλλά θα αποφασίσεις. Προς το παρόν, καληνυχτίζεις τις αγάπες σου και αποτολμάς άλλη μια νυχτερινή εξερεύνηση στο έσω τοπίο. Παραμερίζεις θεριεμένες φυλλωσιές, αντικρίζεις άφοβα αγριεμένους ίσκιους (εγγύτατα μακρινούς) και ατίθασες νεράιδες, ακούς κελάρυσμα νερού από κάποιο μακρινό δίπλα. Διπλώνεις προσεκτικά τις παλιές ήττες σου και τις τοποθετείς στον πάτο του σακκίδιού σου. Για ώρα ανάγκης. Ακουμπάς προσεκτικά από πάνω τους τις τωρινές σου αγάπες. Τραβάς το φερμουάρ. Στην εξωτερική θήκη, δυο στίχοι του Αναγνωστάκη. Σαν διαβατήριο (ή σαν συνάλλαγμα). Παίρνεις το πρώτο μονοπάτι δεξιά, όχι επειδή είναι πιο φωτεινό ή πιο σκοτεινό, πιο οτιδήποτε, αλλά γιατί έτσι. Γιατί ξέρεις πως όλα έχουν κάποια απροσδιόριστη σημασία και τίποτα δεν έχει μιαν αξία που να μπορείς να ανταλλάξεις με δυο γουλιές αθάνατο νερό. Θα ξεδιψάσεις με εμφιαλωμένες λέξεις. Κάποιο μπουκάλι θα βρεις στον δρόμο σου με δυο λόγια μέσα, γραμμένα για κάποιον σαν εσένα. Δεν μπορεί… Δεν είσαι και τόσο ξένος πια, βρε αδελφέ!

Δευτέρα, 21 VIII 2006

Advertisements