Σαββατόβραδο και, ως συνήθως, δεν έχω καμία διάθεση να βγω έξω από το δωμάτιό μου. Θα κάνω παρέα στην ψιλοκαταθλιπτική διάθεσή μου, αρνούμενος να την ανταλλάξω με την υστερία και τους ψυχαναγκασμούς των συμπολιτών μου που προαυλίζονται στην Πλάκα και στου Ψυρρή.
Μόλις έκλεισα την «γλυκιά αρρώστια» της Πατρίτσια Χάισμιθ και ψάχνω κάτι για να συνεχίσω. Η γυναίκα μου κοιμάται ήδη. Της χάιδεψα το κεφάλι, την αγκάλιασα με τα μάτια μην την ξυπνήσω, και έγειρα μαλακά την πόρτα. Έβαλα μια μπύρα και το ραδιόφωνο να παίζει, και ξεκίνησα να γράφω άσκοπα, μήπως και βάλω λίγη τάξη στο μέσα μου πριν αποφασίσω πώς θα συνεχίσω την βραδιά. Να ξεκινήσω εκείνη τη νουβέλα που γυροφέρνω τις τελευταίες μέρες ή να διαβάσω και να χαρίσω για λίγο το μυαλό μου σε κάποιο κείμενο, να ανοίξω μετά την τηλεόραση, το νάνι μου, και να γλαρώσω παρακολουθώντας με μισό μυαλό για πολλοστή φορά τις περιπέτειες και τα προσωπικά προβλήματα κάποιου μπάτσου στο L.A.;
Άσε θα αποφασίσω αργότερα. Προς το παρόν, ημερολόγιο, «από εκείνα, τα αδιάφορα»…

Advertisements