Δεν θα την έλεγες όμορφη, εμένα πάντως μου φαινόταν γλυκειά. Γνωριζόμασταν ήδη καιρό. Όχι πάρα πολύ, αρκετό όμως για να φαντάζει υπερβολικά θολή η προοπτική κάποιας σχέσης μεταξύ μας. Μπορούσαμε, εντούτοις, να πίνουμε παρέα ακούγοντας μουσική και ανταλλάσσοντας λίγες κουβέντες ανάμεσα στα τραγούδια. Διαισθανόμουν περισσότερο, παρά μπορούσα να διακρίνω, κάποια εντιμότητα σε αυτήν. Ένας έντιμος άνθρωπος, έστω μέτριας ευφυίας, αλλά με λίγο χιούμορ: η ιδανική παρέα για σπονδές στον Διόνυσο. Για μια άλλου είδους σχέση, χρειάζονται άλλα: μαύροι ήλιοι να φέγγουν στο στερέωμα και φωτισμένοι ίσκιοι να παίρνουν κεφάλι και να σε σπρώχνουν παραπίσω.
Συνειδητοποίησα πως ήταν ο Ερικ Κλάπτον που ακουγόταν δυνατά στο μπαράκι, τη στιγμή ακριβώς που με ρώτησε φωνάζοντας για να ακουστεί: «Γιατί έχω μαλακομαγνήτη γαμώτο; Εσύ είσαι άντρας, ίσως ξέρεις να μου πείς ― γιατί μπλέκω όλο με μαλάκες;»
«Και κάθεστε κι ακούτε Κλάπτον;» ρώτησα περισσότερο για να αποφύγω να απαντήσω. Ίσως να πρόσεχε την μουσική και η κουβέντα να ξεστράτιζε. Συνέβαινε συχνά όποτε συναντιόμασταν…
«Έλα, γαμώτο, κόψε την πλάκα, ξέρεις τι εννοώ!»
Ακούμπησα την ματιά μου στα νύχια του δεξιού χεριού της που αγκάλιαζε το ποτήρι με την βότκα της. Κεραμιδί. Ήθελα να βάλω το χέρι της πάνω από το κεφάλι μου…
Συμμάζεψα τον κατεργάρη που είχε καθίσει στην καρέκλα μου, κάθησα στη θέση του και προσπάθησα να της μιλήσω τίμια. Διάολε, το εδικαιούτο.
«Μάλλον κυνηγάς πρότυπα στους έρωτές σου. Φαντάσματα του ίδιου σου του νου. Προσομοιώσεις του Παραδείσου σου που αντικατοπτρίζονται σε ανυποψίαστους. Ίσως εάν αποδεχθείς την μοναξιά που συνοδεύει κάθε ανθρώπινο ον… Α, ναι, και τον θάνατο, βέβαια· αν αποδεχθείς τον φόβο. Βλέπεις, μόνον μια (έστω λίγο) γαληνεμένη ψυχή από το υπέρτατο άγχος, μπορεί να μπει στον κόπο μιας άλλης ― αν δεν μπορείς να μπεις πρώτα στον κόπο του άλλου, πώς θα τον αγαπήσεις;»
Δεν είπε τίποτα. Είχε απομείνει να με κοιτά, λίγο σκεπτική, αλλά με τα μάτια της γεμάτα δυσπιστία.
«Εσύ τι φοβάσαι, τώρα;», με ρώτησε.
Ήπια την τελευταία γουλιά και άναψα τσιγάρο: «Φοβάμαι μην με πιστέψεις…» είπα και παράγγειλα, μάλλον απογοητευμένος, άλλο ένα.

Advertisements