«Θα με προστατεύεις πάντα;»
 

Η φωνή της ακουγόταν πνιχτή, έτσι που είχε χωμένο το πρόσωπό της στο στήθος του. Σαν από αντίδραση ίσως, μηχανικά κι αφηρημένα, εκείνος τράβηξε λίγο το σεντόνι και κοίταξε την πλάτη της. Μισοφωτισμένη η κρεβατοκάμαρα, θολωμένος ο νους του. Σκιασμένη η άκρια που του έλεγε να κάνει πίσω: «Πίσω! Τώρα!» Μήπως αυτή η γυναίκα ήταν πολύ αληθινή για τις μονοκαλλιεργημένες τεχνικές του, να κρατά σε απόσταση τους ανθρώπους; Την ένοιωθε να φυσάει τα τούβλα του τοίχου του καθώς ανάσαινε. Με μια παράξενη φυσικότητα κι αυτά να γκρεμίζονται, σαν πλαστικά τουβλάκια… Κι εκείνος, μικρό γουρουνάκι ξανά, κι ας είχε σύρει την κοιλιά του σε άπειρους λασπότοπους επί χρόνια, ένοιωθε τον κακό λύκο να πλησιάζει. Να αναδεύεται μέσα του: «Ναι. Θα το προστατεύω πάντα το κοριτσάκι μου…», είπε κάποιος με την φωνή του. Ο ίδιος έγειρε απλώς, λίγο, και φίλησε τα μαλλιά της. Σταθερή η κίνηση, τρεμάμενες οι σκέψεις του.     
Εκείνη ανασηκώθηκε. Τον κοίταξε κατάματα και του χαμογέλασε.
Ικανοποιημένο χαμόγελο…
Εκείνος της αντιγύρισε ένα μισό χαμόγελο. Το ένοιωθε, είχε χάσει για άλλην μια φορά την ευκαιρία. Τελικά αυτός ο κακός λύκος δεν θα τον έσωζε ποτέ…

Advertisements