Γύρισα στην Αθήνα. Ψάχνω όσα άφησα για λίγες μέρες πίσω και τα βλέπω ένα – ένα να αποχωρούν από τη ζωή μου. Βεβαιότητες, αλλά και μερικότατες αλήθειες που προσπάθησα να ακουμπήσω πάνω τους, επιλογές που πίστευα πως θα είναι οριστικές για τον χρονικό ορίζοντα της ζωής μου. Λάμψεις, μαρμαρυγές της ψευτοκρυμμένης ψυχής μου διεκδικούν το μερτικό τους. Διαβάζω σκόρπια κειμενάκια και στα μπλογκς που άφησα στα favorites μέρες πριν. Διαβάζω την Synas (http://synas2006.blogspot.com/): «Όμως η ψυχή χρειάζεται τον πόνο για να μάθει».

Ναι, ρε γαμώτο. Ένας μεγάλος φόβος μου, αυτός, καιρό τώρα: Κάτι βαθιά μέσα ( μου; μας; ) αποζητά τον πόνο. Τον πόνο που μπορεί να σε κάνει ζωντανό ― και πάλι να κινείσαι. Μαχητή. Που σε στριμώχνει στη γωνία και δεν σου επιτρέπει να κάνεις τις ίδιες «πιρουέτες» που λες και τις κάνει, καιρό τώρα, μόνο του το σώμα σου. Οι αυτοματισμοί σου δεν περνάνε πια σε αυτά τα στενά που «βρέθηκες»… Και πρέπει να βρεις κάτι καινούργιο, να ξαναγίνεις ο ίδιος καινούργιος για να μπορέσεις να συνεχίσεις. «Τζάμι». Ξεσκαρτάρισμα. Απολύμανση: σαπισμένες επιθυμίες και βαλσαμωμένα τρόπαια πέφτουν από πάνω σου σαν ξερά φύλλα. Αιμάτινος και ματωμένος, ξαναβγαίνεις στον δρόμο. Πονάς και καταλαβαίνεις πως περπατάς: όχι μηχανικά, όμορφα και γλυκά. Επώδυνα, με το πείσμα να σε ενεργοποιεί. Και δεν πιστεύεις πια σε «όμορφες» έννοιες και κλισαρισμένες αλήθειες. Ακόμα και το να γλυκογερνάς, ψέμα είναι και αυταπάτη. Το ήξερες, την ώρα που έλεγες τις όμορφες μπούρδες που αρέσει στους ανθρώπους να ακούν. Αλλά πρόλαβε και το είπε κι αυτό καλύτερα κάποιος άλλος. Διάβαζα χθες βράδυ, κάπου έξω από την Πάτρα, τους «Δρόμους» του Νίκου Δήμου. Έκλεισα το βιβλίο μόλις διάβασα μια παράγραφο ― να την κρατήσω μήπως και στον ύπνο μου βλαστήσει: «Με αυτά και με αυτά, κατεβαίνοντας κάθε λίγο και άλλο σκαλί, έγινα ένας γέροντας. Αντιπαθής, γκρινιάρης, μόνιμα αγανακτισμένος. ‘‘And rage, rage against the dying of the light’’, που έγραφε στον γέρο πατέρα του ο Dylan Thomas. Όχι, δεν θα πάω πειθήνιος στην κακή νύχτα!»

Advertisements