Απόψε θα ßάλω τα καλά μου. Τα γιορτινά μου: λουστρίνια στα μάτια, λευκά να σκεπάζουν τη μαύρη όψη του νου μου. Σα να ’ναι γιορτή, θα ’ρθω να σε ßρω µε την πιο καλή µου φορεσιά. Δεν θα ζητήσω αποδοχή, δεν θα ζητήσω τίποτα. Θα περιμένω να δω το γέλιο µέσ’ τα µάτια σου. Κι ας το ξέρω: µαύρα πουλιά φτερουγίζουν ήδη στο ßάθος του δικού σου νου. Αµύνεσαι απεγνωσµένα. Αρπάζεσαι από παρελθόντα ψιμύθια, από κάποιο παιδί, από τη γλύκα της ζωής, από το πρωινό φως. Εγώ, πάλι, θα ταξιδέψω ακόμη μια φορά µε το πλοίο της γραµµής. Εδώ και τώρα: Θα μπαρκάρω για να μπορέσω να φτάσω Εδώ, στη Χώρα της Βροχής, τη νοτισµένη από το αλκοόλ. Για να είμαι στην ώρα μου στο Τώρα. Το λιµάνι, µικρά υγραµένα φωτάκια που αποµακρύνονται στον ορίζοντα. Ο προορισμός µικρά υγραµένα φωτάκια που πλησιάζουν και με καλωσορίζουν. Βαθιά και σκοτεινά νερÎ
¬
από κάτω μου αργοσαλεύουν καθώς σπρώχνω την πόρτα και µπαίνω. Τώρα, απόψε, µπορεί να παίζονται τα πάντα. Μπορεί να αλλάξουν όλα. Αρκεί το κενό να πάρει σχήµα και µορφή. Αύριο, θα μετράω απώλειες…

Advertisements