Αστειευόταν συχνά. Πολλές φορές, εκεί που δεν το περίμενες, μετέτρεπε με δυο κουβέντες του μια σοβαρή συζήτηση σε πανδαιμόνιο χαβαλέ. Αλλες φορές πάλι, με ένα ποτήρι μπροστά του κι ένα τσιγάρο στο χέρι, αντιστεκόταν σθεναρά στις επιθέσεις της ιλαρότητας. Υπερασπιζόταν άτεγκτα σε κάθε χαράκωμα την ακεραιότητα της Θλίψης του. Την επομένη θα τραβούσε από το θηκάρι του το χιούμορ, το αυτοσχέδιο όπλο της απελπισίας του. Τον θυμάμαι να παρακολουθεί πότε – πότε, σιωπηλός και ανεξιχνίαστος, το ανθρωπομάνι στην αγορά. Κι άλλοτε, βυθισμένος σε εφημερίδες, να συνδιαλέγεται με το φάντασμα κάποιου εχθρικού zeitgeist που στοίχειωνε τον νου του και στέγνωνε το συναίσθημά του.

Πού τα ξέρω όλ’ αυτά; Μα, μου μιλούσε κάποια βράδια που τον ακολουθούσα σε διαδρομές του υπόγειες. Με τραγούδια να μας γρατζουνάνε την κρούστα της καθεμέρας, με λέξεις – κοπίδια να αφήνουν αμυχές που θα προσέχαμε πολλές μέρες μετά…

Τον έχω χάσει καιρό τώρα. Κάποτε υπήρξαμε δίδυμα φεγγάρια κάποιου αόρατου πλανήτη. Νοιώθω να μου λείπει το πάθος του: το πείσμα με το οποίο σίγαζε ένα – ένα τα πάθη του…

Advertisements