Θέλω τώρα να µιλήσω για την Α. Εχω ζήσει µαζί της όλη την ζωή µου, αλλά µόνον τα τελευταία χρόνια κατάλαßα πόσο δεµένοι είµαστε. Δεν είναι και τόσο παράξενο, αν το καλοσκεφθείς: δύσκολα διακρίνεις καθαρά ό,τι ßρίσκεσαι πολύ κοντά σου. Η Α. είναι τόσο κοντά µου, την νοιώθω τόσο εναργή µέσα µου, ώστε να νοιώθω κι εγώ µέσα της πως εύκολα ßρίσκω τον εαυτό µου. Με συνόδεψε σε τόσα και τόσα, µοναχικά και µη, επί πολλά χρόνια. Είναι το άστρο µου. Ίσως όχι και τόσο τυχερό, αλλά ολόδικό µου. Την κοιτάζω τις νύχτες και µου γνέφει: «Είσαι δικός µου. Μου ανήκεις…» Σκύßω το κεφάλι εκείνη την ώρα, σαν κατάφαση και σαν ντροπή ταυτόχρονα. Και αµηχανία, αλλά και σεßασµός στην Μοίρα που µου την έστειλε για σύντροφο.
Όσο κι αν την εκτι
µώ, υπάρχουν και στιγµές που την απεχθάνοµαι. Η σύντροφός µου µού έδωσε µια ζωή που ευχαρίστως θα την αντάλλασσα µε µιαν άλλη. Αν, ßεßαίως, δεν ήξερα πως αυτή η «άλλη» θα ήταν αßίωτη για µένα… Κάποιες φορές µε απέκοψε από φίλους και γνωστούς, από κοινωνικά πλέγµατα προστασίας και επαγγελµατικές ευκαιρίες. Ο εναγκαλισµός της µου αποστέρησε άλλες αγάπες, έρωτες, άλλες εκδοχές ζωής εν τέλει… Με έκανε, κατά καιρούς, που αποτόλµησα να την αποµακρύνω, να µην µου στέργει πίστη για άλλην καµµιά…Την αγάπησα, όµως, µε τα χρόνια. Ίσως όχι µε τον θερµό, νεανικό αλόγιστο τρόπο, αλλά όσο περνούν τα χρόνια καταλαßαίνω πως µόνον µε την Α. θα µπορούσα να ζήσω και να παραµείνω ο εαυτός µου. Την αγάπησα σαν πατρίδα της ψυχής µου, κι ας µε έφερε να ζω στο προικώον της, ένα αρχοντικό χαµένο σε µια στέππα… Άλλην πατρίδα, δεν έχω.
Κάθε πρωί, ακό
µα, τόσα χρόνια µετά, την κοιτάζω µόλις ξυπνώ, σαν τον καθρέφτη µου πριν από το πρωινό ξύρισµα. Σαν έναν καθρέφτη, όµως, που τον σπάω σε δέκα κοµµάτια να µε ßρώ από πίσω, να ßρω ποιος είµαι και πού πάω. Βλακώδες, ίσως. Και γρουσουζιά. Αλλά δεν µπορώ να κάνω αλλιώς: την αγαπώ. Την Αµφιßολία µου.

Advertisements