Η Α. έκλεισε όλα τα φώτα και στάθηκε στη μέση του δωματίου, ανάμεσα σε δυο γραμμές κυανόλευκου φωτός που έρχονταν από τον δρόμο και ανέβαιναν στον απέναντι τοίχο. Ψηλαφιστά έβαλε το «Mulholland Dr.» στο cd player και η μουσική άρχισε να σκαρφαλώνει στα έπιπλα και στους τοίχους· έκλεισε απ’ έξω τις φωνές του δρόμου· τρύπωσε κάτω από τα πόδια της Α., την τύλιξε  και άρχισε να την ανεβάζει μαζί με ολόκληρο το δωμάτιο. Κοίταξε γύρω της: όλα στην θέση τους, αλλά μια συνειδησιακή οκτάβα πιο ψηλά. Αφέθηκε στη μουσική και στο ημίφως. Αναβαπτίσθηκε…

Πρέπει να είχε περάσει πάνω από μία ώρα και η Α. ένοιωθε πολύ καλύτερα. Αναλογίσθηκε την ημισυνειδητή προσπάθειά της από το πρωί, καθώς έκανε τις καθημερινές δουλειές της, να ρυθμίζει την ένταση της μουσικής στο επίπεδο που, να ακούγεται μεν, αλλά να μην σκεπάζει και τους ήχους του δρόμου. Ένοιωθε να την έλκει η μουσική, σαν αβέβαιη υπόσχεση παιδιού, αλλά οι ήχοι από το ανθρωπομάνι της πρόσφεραν μιαν ασφάλεια που δεν ήθελε να αποχωρισθεί εντελώς. Ήταν σαν ένας ομφάλιος λώρος που την συγκρατούσε, μια εγγύηση πως θα επέστρεφε σώα και αβλαβής. Το αποτέλεσμα: θολούρα στο κεφάλι της, ανησυχία στην ψυχή της. Καταλάβαινε, όμως, τώρα, δεσμευμένη, θαρρείς, από δυο φωτεινές δέσμες, κουρνιασμένη στο δικό της ημίφως, πως ήταν βλακώδες εκ μέρους της να προσπαθεί να τις συνταιριάξει. Έκλεισε εντελώς την μουσική, και η φασαρία από την παραδίπλα πλατεία ξεχύθηκε στο δωμάτιο. Αυτήν την φορά ήταν ευπρόσδεκτη. Την ανάσανε απολαυστικά, ξέροντας πως σε λίγο θα την αντάλλασσε με ένα καινούργιο ταξίδι της. Ήδη χάιδευε στα χέρια της ένα cd της Sarah Vaughan… 

Advertisements