O καθείς από μας στην κοσμάρα του. Μικρές οι γέφυρες ανάμεσά μας και αβέβαιες. Πότε ο ένας να κρατά το μπόσικα και πότε ο άλλος. Πότε κάποιος από μας να ταρακουνά τον κίνδυνο που χάσκει ανάμεσα και πότε ο άλλος.
Και όποτε το φέρει η τύχη κι η καλή μας η μοίρα να συναντηθούμε, τότε δεν δίνουμε πίστη ο ένας στον άλλον. Όχι επειδή δεν την έχουμε μέσα μας. Λιγοστή ή περισσευάμενη, πάντα αφήνει το χνάρι της στον καθένα μας, μισερό ή γενναιόδωρο, βαθύ ή επιφανειακό. Όχι για αυτό: αλλά επειδή δεν μας περισσεύει η διαολεμένη, η πάντοτε διαφεύγουσα. Η πίστη στον εντός μας κόσμο… Επειδή αρχίζουμε να τσιγκουνευόμαστε το λίγο που απέμεινε μετά τα φοβερά ολόδικά μας ναυάγια. Επειδή με μας είναι αλλιώς. Πιο… αληθινά τα ναυάγια, πιο ελλειματικές οι νίκες… Επειδή δεν μας έτυχε να αναρωτηθούμε μέχρι τώρα, σε πραγματικό ναυάγιο (στην κόψη του «υπάρχω» – «δεν υπάρχω»), «Θεέ μου, γιατί εγώ;», ή έστω, «Γιατί εγώ πρίν από αυτόν;», τον δείνα: τον καλύτερο ή τον χειρότερο… Τον τυχαίο: κρυφό αστέρι ή μαλάκα «πλησίον» μας. Επειδή εμείς, οι λίγοι και οι μοναδικοί ταυτοχρόνως,  πάντα ερχόμαστε από αλλού και πάντα πηγαίνουμε αλλού. Εμείς… Το άλας του κόσμου. Οι ίδιοι και οι ίδιοι πάντα, ξανά και ξανά, στην γύρα του κόσμου. Οι Αλλοι του καθενός Αλλου…

Advertisements