Κουτουλάω, πάλι, αυτές τις μέρες: σε μπάτσους που ντύνονται ζαρντινιέρες για να κάνουν το καθήκον τους, σε βίντεο που δείχνουν αυτά που συνέβαιναν πάντα, μονότονα, αλλά οι νοικοκυραίοι θέλουν να τα πει ο Ευαγγελάτος για να δώσουν σημασία· στο Άγιο Δισκοπότηρο της «ακεραιότητας» που με κερνάει ο «Μάκης» με το θλιβερό λεξικό του και τα πανάθλια λήμματά του. Κουτουλάω στην έκπληξή μου, την πάντα νεαρή αθωότητά μου βλέποντας τους πανηγυρισμούς της κυβερνήσεώς μας για τα αγάλματα στο μουσείο της μαντάμας Τυσώ, τρομάζω μπροστά στο τι με περιμένει έτσι και βρουν θέση οι ιθαγενείς και ο μεγάλος πονηρός τσομπάνης, ο «Εθνάρχης» τους, στην Ντίσνεϋλαντ· πονάει ο μώλωπας που ξαναχτυπά πάνω στην σκληρή πέτσα των αηδιαστικά μαλακών γιαουρτιών των νοικοκυραίων, των μοντέρνων: των ευλογημένων που πάνε καβάλα στους καιρούς. Ηττήθηκαν οι αγάπες μου. Νικήσατε. Πάντα θα νικάτε. Μόνη, μισερή παρηγοριά μου, πως δεν είσαστε πάντοτε οι ίδιοι. Ούτε κι εγώ, άλλωστε…

Advertisements