Είπες χθες βράδυ πως πιστεύεις στον έρωτα. Το είπες στην παρέα όταν το ’φερε η κουβέντα, και το επανέλαβες μετά όταν μείναμε οι δυο μας και το έφερα εγώ να στέκει μπάστακας ανάμεσά μας. Είπες ότι πιστεύεις στην δύναμή του. Στη γιατρειά που κρύβει πίσω από τη γλύκα του. Εγώ πάλι όχι, κορίτσι μου. Δεν πιστεύω στον «έρωτα». Κι ας έχει δύναμη, ναι, κι ας κουτσογιατρεύει. Τον έβαλα τέμπλο και ήταν διαφανές. Πουθενά να σταματήσει η άρρωστη ματιά μου. Έσυρα και τα χέρια μου πάνω του: και ματώσαν και γιατρεύτηκαν. Έσβησαν και το αίμα και η γιατρειά του λίγο μετά. Περπάτησα τους δρόμους του με περίσσειο σεβασμό. Με το περίσσευμα του σεβασμού που διαθέτει όποιος δεν έχει τίποτα να χάσει και τα πάντα να κερδίσει· που ακουμπά στον βωμό όλες τις επίγειες σπονδές του. Το βιος του, κοντολογίς. Μισερή η φωνή που απάντησε στην δέηση, τσιγκουνεμένο το χέρι που απλώθηκε. Σαν βραβείο σε τηλεοπτικό διαγωνισμό που αντικαθιστά λογιστικά τα διαφημιστικά έξοδα. Γι’ αυτό σού λέω: μεγάλη μπίζνα ο έρωτας, κορίτσι μου, και τι σχέση μπορεί να έχει με τη λαχτάρα μας; Εντάξει, ίσως και να μην ερωτεύτηκα «πραγματικά». Ίσως και να ξεγελάστηκα. Η λαχτάρα, όμως, υπήρξε και υπάρχει. Και δεν καταλαβαίνει από λέξεις· ούτε τις δικές σου ούτε τις δικές μου. Αυτή η λαχτάρα είναι η αλήθεια μου. Μάλλον κι η δική σου. Μόνο που μου την επισείεις ως μπαϊράκι. Που λίγο θέλει να μετατραπεί σε πολεμικό. Σε αγώνα «μέχρις εσχάτων». Ενόσω τα «έσχατά σου» περιγελούν την σταυροφορία σου, γλυκειά μου. Τα δικά μου πάλι «σιωπούν». Δεν είμαι σίγουρος γιατί. Αλλά νομίζω πως ούτε συ ξέρεις… Όχι ότι έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι να μην χαθείς από τον ορίζοντά μου. Και για να μείνεις θα υποκύψω: Θα κάνω πέρα τις έσχατες ερωμένες μου για να σου κάνω χώρο, αγάπη μου. Μη νοιώσεις ανταγωνισμό και σκιαχτείς. Μην φτερουγίσεις μακριά μου. Μην μου αφήσεις κι εσύ πίσω ένα ήχο, κοφτό, να σβήνει σιγά – σιγά, σαν τον ήχο που, φαντάζομαι, έκανε το δικό μου φτερούγισμα κάποτε και που τα χνάρια του, το προανάκουσμά τους ίσως, έβλεπα στο βλέμμα των γυναικών που κάποτε άφηνα για να ακολουθήσω τους δαίμονές μου. Γλυκείες οι γυναίκες, πικροί οι δαίμονες. Κι εγώ αγύριστο κεφάλι. Τώρα, το αυχενικό επιβεβαιώνει την πορεία. Που είναι αργά να αλλάξει. «’δηγάει δρόμος», πια… Και οι επινοήσεις μου μοιάζουν πια υπεκφυγές…

Advertisements