Ψάχνεις να βρεις τον τρόπο να γράψεις ένα κείμενο που να τελειώνει αισιόδοξα. Το παλεύεις – και το χάνεις στα μισά της διαδρομής.
Το ξαναπιάνεις από την αρχή. Αλλάζεις θέση. Η νικοτίνη όμως πάντοτε παρέα σου. Και καφές φίλτρου, «εσπρέσο», να τον πίνεις αργά, ειρωνικά, σαν να κοροïδεύεις το όνομά του. Κοροïδεύεις τον εαυτό σου κι εσύ. Ίσως και το όνομά σου που κρύβει ότι έρχεται από μια μακρινή θάλασσα: εσύ απεχθάνεσαι την κοντινή σου, έτσι όπως την βλέπεις λεηλατημένη από μυριάδες κορμιά, με παιδικές φωνές και τσιρίγματα να σκεπάζουν τον αναστεναγμό της, με τζιτζιφιόγκους να ποζάρουν ανίδεοι για το βάθος του ντεκόρ τους.
Δεν θέλεις να μπεις μέσα της. Σε απωθεί το σώμα αυτής της πρώην ερωμένης σου – το ίδιο σώμα που λίγους μήνες πριν, προστατευμένος από τον χειμώνα, σε σαγήνευε και περιγελούσε τους δισταγμούς σου. Την κοίταζες από κάποια απόσταση και ταξίδευες μαζί της. Καταλάβαινες πόσο «μεγαλύτερη», πόσο «περισσότερη» είναι από σένα. Σαν τις γυναίκες που άγγιξες κάποτε και ξέφυγαν από τα χέρια σου. Ή τους ξέφυγες εσύ, έτσι κοντινές που ήσαν… Σαν το Θηλυκό που πάντα ήταν περισσότερο: και από σένα, και από εκείνες. Εσένα σου διέφευγε, σε εκείνες φάνταζε περιττό: λίγοι όλοι μας. Κι ας αξιωνόμαστε ζωές που, αν τις κοιτάξεις κάποια στιγμή, παράμερα, θα δεις πόσο περίσσευμα είχαν πάντα. Μεγαλώνοντας ξαναβλέπουμε τη ζέση των νιάτων μας, τότε που νοιώθαμε πολύ μεγαλύτεροι, ανοικονόμητοι στο μισερό περιβάλλον που μας έθρεφε τσιγκούνικα. Ποια να ήταν άραγε η πιο αληθινή στιγμή από όλες; Μήπως κάποια από τις τρέλλες σου ήταν η αλήθεια σου; Ποια αποκαΐδια να ’ναι το αληθινό βιος σου, η αναπάντεχη περιουσία σου;

Το απόγευμα σε βρίσκει σε κάποιο καφενείο στην Καισαριανή, να μαζεύεις κομμάτια για να μπαλώσεις λωρίδες δέρματος. Πονάς λίγο – και το αλκοόλ βοηθάει.
Δεν είναι το δέρμα σου που πονάει. Είναι που δεν είχες γδαρθεί λίγο παραπάνω την προηγούμενη φορά. Είναι που δεν προνόησες να πονέσεις περισσότερο στην προηγούμενη ευκαιρία σου. Όταν μπορούσες, και τα κόκκαλα δεν έσπαγαν τόσο εύκολα…
Ξανά εδώ, λοιπόν. Με μια κρυφή χαρά, που αντέχεις παραπάνω, όλο και παραπάνω. Η διάψευση αργεί. Αντέχεις.

(Κυριακή 20 VIII 2006)

Advertisements