Θαμπώνει το τζάμι.

Στέκεσαι στο παράθυρο και δεν βλέπεις πια καθαρά. Η ζεστασιά της αγάπης της θολώνει γλυκά τον κόσμο. Σε αποπροσανατολίζει. Θέλεις να βγεις εκεί έξω, στον καθαρό αέρα της παγωνιάς, μόνος, να ζεσταίνεις αυτιστικά τα χέρια με το δικό σου χνώτο. Με μάτια βουρκωμένα από το κρύο – και μόνον. 

Εσύ· χωρίς δεκανίκια που σε κάνουν να στραβοπατάς. Χωρίς υποσχέσεις που διατυπώνονται σε γλώσσες ξένες, με τις σημασίες τους να παίζουν κρυφτό σε δάση λέξεων που έχουν απομείνει κούτσουρα ξερά.

Κι όπου σε βγάλει ο δρόμος.

(Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2005)

Advertisements