Πώς πέρασαν στα μουλωχτά τα χρόνια…

Ήσουν όμορφη κάτω από τον απογευματινό ήλιο που είχε γλυκάνει καθώς έδυε. Με τις μπύρες να σου έχουν μαλακώσει το βλέμμα, μου μιλούσες για ζωές που ροκάρουν και για ξεχορταριάσματα· στα λόγια σου έβλεπα την ανία σου να σκαρώνει αποδράσεις. Ξέρεις, σου είχα κρύψει πως συχνά βαριέμαι όσους μιλούν και γράφουν όμορφα (πεποικιλμένα, ούτως ειπείν). Πως οι κουβέντες που με ενδιαφέρουν είναι εκείνες που έχουν κάποιο λαχάνιασμα να τους δίνει πνοή· σαν για να προλάβεις ασθμαίνων την συνειδησιακή ροή, να επαναλάβεις, να κεκεδίσεις έστω, ξανά και ξανά, το έλασσον του κόσμου, το μείζον της ζωής σου. Κάτι σαν τραύλισμα να σπαράσσει το στόμα. Να οικειοποιηθείς το ανοίκειο του εαυτού σου· να φιλέψεις τον ξένο που πάντοτε λαθροβιούσε εντός, σπίτι σου. Κάτι τέτοιο.

(Και κάτι ακόμα: Το πάθος για να παραμείνει «πάθος» πρέπει να ευλογηθεί από την ευγένεια της απραξίας. Σαν αόρατο ζεϊμπέκικο μακριά από βλέμματα που φιλτράρουν το ανοίκειο, σαν εσωτερική αιώρηση πάνω από το κενό που χάσκει κάτω σου· να μοιάζει με υπόκλιση στο ψέμα της ζωής που χαμογελά απέναντί σου και έσω νεύμα κατάφασης στην λειψή αλήθεια σου. Κατάρα και φυλαχτό σου μαζί…)

Όταν βράδιασε μου ζήτησες να πάμε σ’ εκείνο το μαγαζί με τους όμορφους αλαφροπάτητους να χορεύουν στην πίστα. Και αρνήθηκα. Αργά τη νύχτα, στο σπίτι μου, ο νους μου ξεγλίστρησε και πέταξε μέχρις εκεί. Και σε είδα να χορεύεις: μέσα σου. Να δονείσαι, κρυφά από αλλότρια βλέμματα και αλλόρυθμα παλαμάκια. Να χορεύεις τις στιγμές σου μακριά από τις ζωές των άλλων, με το δικό σου βαρύτιμο τέμπο να σε οδηγεί ανεπαισθήτως έξω και μακριά από πίστες. Στην ημισκότεινη άκρη του ολόφωτου μαγαζιού. Στο τραπέζι της γωνίας. Εκείνο, πίσω από την χοντρή κολώνα. Είχα σκύψει στο πλάι, με το τσιγάρο στο στόμα, και σε παρακολουθούσα…

Advertisements