Στον μακρύ το δρόμο, και το άχυρο είναι βαρύ. Kαι μάκρυνε πολύ ο δρόμος, και τ’ άχυρό μου δεν βρήκα πού να τ’ ακουμπήσω. Θυμάμαι στιγμές που είχα παρέα. Και λίγο μετά, πάλι, όχι. Και τ’ άχυρο βάραινε διπλά τότε. Δεν μου κάνει καρδιά να τ’ αφήσω εδωνά στη μέση του πουθενά. Θα το πάρω μαζί μου, λοιπόν. Έχω και τίποτ’ άλλο δηλαδή, εδώ που τα λέμε; Αλλά είναι βαρύ – βαρύ κι ασήκωτο. Που λέει ο λόγος, βέβαια. Αφού ήρθε μέχρι εδώ, θα πάει και πιο πέρα. Κι ας κοπώ εγώ σαν στάχυ. Θα μας πάρει ο αέρας – μαζί. Κι όπου τραβήξει ο καθείς μας, ανάλαφρος πια χωρίς τον άλλον…

Advertisements