Πρέπει να ήταν 1972. Χειµωνιάτικο πρωινό και κατηφόριζα έναν δρόµο στα Πατήσια πηγαίνοντας στο σχολείο. Ψαράδικα, µε τα απαραίτητα λασπόνερα µπροστά τους, και µέσα στους λειωµένους πάγους να σέρνεται µια µαυρόγατα, λειωµένη µέχρι τη µέση, προφανώς µισοπατηµένη από αυτοκίνητο – περνούσαν και τρόλεϋ τότε από κει… Δεν κοντοστάθηκα καν, όπως και κανείς άλλος γύρω άλλωστε… Λίγο µετά, όµως, συνειδητοποίησα πως κάτι µέσα µου αργοσάλευε, πίεζε τα σπλάχνα και διεκδικούσε µερτικό στον εγκέφαλο. Είχα «δει» µια τυφλή δύναµη, το σκοτεινό ποτάµι της ζωής που συµπαρέσυρε τον φτωχό εκπρόσωπότης σε έναν µάταιο αγώνα υπό την σηµαία ενός εξ ίσου τυφλού «λίγο ακόµα». Σερνόταν -να πάει πού;- δίνοντας µια δική της, µοναχική µάχη. Πράγµατι: Τι φταίει ο µισθοφόρος για τον πόλεµο;

Advertisements