Την πρώτη φορά που την είδα, πρόσεξα τα μποτάκια της: μπεζ, καστόρινα! Δεκαετία του ’60, μικροαστική αθηναϊκή γειτονιά. Τα ζήλεψα. Ήταν τόσο όμορφα!
Η Τριανταφυλλιά ήταν καινούργια στο σχολείο μας, αλλά γρήγορα έγινε απουσιολόγος ― της Γ’ Δημοτικού… Σοβαρή και αυστηρή, με τα υπέροχα καστόρινα μποτάκια της, δεν γύρισε ποτέ να με κοιτάξει. Ή, μάλλον, με κοίταζε πότε – πότε: με απέχθεια… Ήμουν βλέπεις ο ξύπνιος, αλλά «άτακτος» της τάξης. Προφανώς, ήμουν το χειρότερό της! Κι εγώ, πάλι, πολύ πιτσιρίκος για να την πλησιάσω με κάποιον τρόπο της προκοπής… Δεν την πλησίασα. Όπως και άλλες κοπέλες που ήθελα, λίγο μετά, τότε που έχτιζα τα απωθημένα μου, να έχω κάποιο έρμα στην μετέπειτα ζωή μου. Αργότερα, έφηβος, βρήκα τρόπους της προκοπής· πλησίασα κάποιες, έζησα πράγματα που ήσαν πέραν του συνειδησιακού ορίζοντα του «ξύπνιου άτακτου» μαθητή της Γ’ Δημοτικού. Κάποιες από αυτές, τις μετέπειτα, φορούσαν και μπεζ καστόρινα μποτάκια. Δεν τα ζήλεψα, όμως, ποτέ ξανά… Σαν να είχε χαθεί οριστικά κάτι μέσα μου: εκείνο που έκανε τα μποτάκια της Τριανταφυλλιάς τόσο μπεζ, τόσο καστόρινα, τόσο όμορφα… 

Advertisements