Ο απογευματινός ήλιος απέσυρε σιγά τις γλυκές γραμμές που είχε αφήσει νωρίτερα στο μπαλκόνι. Βγήκα και ακούμπησα στην κουπαστή της ψυχής μου. Δεκαοχτούρες μου έκαναν σινιάλα· μου έδειχναν Εκείνην:

Ήταν θλιμμένη στα μάτια και γλυκειά όταν μου μίλησε. Δεν είπε τίποτα· σαν να την άκουγα μέσα μου να αντηχεί την αλήθεια της:
«Nα βλέπεις πότε – πότε τον κόσµο µέσα από τα μάτια του Αλλου. Κι αν είναι να απορρίψεις ό,τι είδες, να το έχεις καταλάβει πριν. Με τους όρους του, όχι με τους δικούς σου…
Μετά, να μιλάς ζυγιασμένα. Κάθε σου λέξη, κάθε σου σκέψη, να συμπεριλαμβάνει το διαφορετικό Αλλο στην αγκαλιά της. Να είσαι σε θέση να συνδιαλέγεσαι με ό,τι απορρίπτεις… Να δεχθείς τον κόσμο ολόκληρο -μασίφ, αν με εννοείς- και να τον αμφισβητείς κάθε που φέρνεις βόλτα την αμφιβολία σου. Να του παραδοθείς, να καταθέσεις τον οπλισμό σου, αυτοαμφισβητήσεις και ασπίδες, και να τηρείς το ωρολόγιον πρόγραμμα. Δεν θα είσαι αιχμάλωτος για πάντα βρε χαζούλι…»

Advertisements