Έχω δυο εικόνες στο μυαλό μου. Εσένα, παλιά και καλή ηθοποιό του θεάτρου, που προσπαθούσες να τα φέρεις βόλτα κάνοντας θεατρικά μαθήματα και δουλεύοντας ως διορθώτρια στην εφημερίδα. Πάντα αξιοπρεπής, κάποτε απόμακρη, αλλά και ουσιαστικά φιλική με όποιον ένοιωθες ότι μπορούσες να συντονιστείς σε κάποιες στιγμές. Και ερωτική με εκείνον τον παλιομοδίτικο, παθιασμένο και συγκρατημένο ταυτόχρονα τρόπο, αγρίμι που σέβεται τους κανόνες της αιχμαλωσίας του. Και θυμωμένη. Θυμωμένη με πολλά, αλλά και με τον εκδότη της εφημερίδας.
Η δεύτερη εικόνα: ο εκδότης να κινείται αθόρυβα, αλλά με έντονη την παρουσία του, στους διαδρόμους του κτιρίου στην Κωνσταντινουπόλεως. Να μπαίνει στα γραφεία της σύνταξης και στα μάτια σου να βλέπω τον θυμό, την πίκρα για όσα ένοιωθες αλλά δεν θα έλεγες ποτέ, το πεισματικό αγκυροβόλημά σου στην πλευρά των loosers.
Άραγε εκείνος ήταν νικητής; Δεν ξέρω, δεν τον γνώρισα τόσο καλά. Δεν οσμίστηκα ποτέ την καρδιά του, εκείνη που άφησε πρώτη αυτόν τον κόσμο κι εκείνος την ακολούθησε. Ένοιωσα, όμως, κάποιες στιγμές, την αύρα της δικής σου. Δυνατή, με την έγνοια, συνήθως, της αδελφής σου. Κι ήταν ο καρκίνος εκείνος που νίκησε εσένα.
Δυο εικόνες, που τις διατηρώ μέσα μου. Δεν μιλάω για τις δικές σου εικόνες, τις φωτογραφίες σου στη σκηνή, όμορφη και λαμπερή, γεμάτη εσωτερική δύναμη και καθαρή από την αρρώστεια.
Αλλά για μια στιγμή στα γραφεία τής εφημερίδας, από μία εικόνα σε κάθε άκρη της αίθουσας: και οι δύο φιγούρες τους δεν υπάρχουν πια.
Πού πηγαίνουν, άραγε, αυτές οι εικόνες που βλέπουμε και διατηρούνται σε κάποιες εγκεφαλικές συνάψεις μας ακόμη κι όταν άνθρωποι, αντικείμενα και εικόνες χάνουν το αίμα τους;
Θα χαθούν κάποια στιγμή μαζί με τα δικά μου εγκεφαλικά κύτταρα, όταν χάσουν κι αυτά το αίμα τους; Ή, μήπως, υπάρχει κάπου ένα λεύκωμα με μυριάδες εικόνες, εικόνες που υπήρξαν για μια στιγμή και μένουν εκεί, απελευθερωμένες πια από τα μάτια που τις είδαν, από τις συνειδήσεις που τις γεύτηκαν;
(Κι ίσως, κάποια άλλη στιγμή, κάποιες άλλες συνειδήσεις ανοίγουν το αιώνιο λεύκωμα και τις οραματίζονται, τις οικειοποιούνται -μοιάζουν τόσο δικές τους!– και φλυαρούν για τις… προηγούμενες ζωές τους.) 
Αυτές οι δικές μου εικόνες από σένα δεν έχουν, φυσικά, σχέση με την δική σου ζωή. Αυτήν, μαζί με τις δικές σου εικόνες την πήρες μαζί σου όπου κι αν έχεις πάει. Εκτός, βέβαια, από τα -προσωρινά- λευκώματα με εσένα να γεμίζεις τη σκηνή, που τα άφησες στην Κυψέλη· κι όσο αντέξουν στον χρόνο. Αντίο.

Μάιος 2004

Advertisements