Όχι. Απόψε δεν θα μιλήσουμε για πόνους. Θα βάλω την Billie Holliday, θα μαλακώσουμε μαζί και θα δούμε τη θλίψη μας που αποθέσαμε ήσυχα ανάμεσά μας να θολώνει την τζαμαρία.    

Μπορεί αφηρημένη να γράψεις κάτι στο τζάμι με το δάχτυλο κι εγώ θα περιμένω (θέλω να δω το σχέδιο που φτιάχνεις ως το τέλος – θα βρω μια ευκαιρία και θα φιλήσω αργότερα τα δάχτυλά σου, το μέσα της παλάμης σου, το παραμέσα της ψυχής σου). Θα σε περιμένω να γυρίσεις από κει που για λίγο είχες πάει, θα σου αφήσω τον χώρο σου για λίγο ― όσο αντέχω, δηλαδή.
Είναι καλά μαζί σου. Εδώ με αφήνει ήσυχο εκείνο το χέρι που με σπρώχνει συνεχώς κάπου αλλού. Eδώ, μαζί σου, ο κόσμος έχει έναν άξονα, κάπου να πιαστείς. Ο Κοντορεβυθούλης σου βρήκε τον τρόπο, επί τέλους, μπορεί πια να ξαναγυρίσει – κι ας μη θελήσει να το κάνει ποτέ. Ή μάλλον, ποτέ δεν θα βρει τον χρόνο να το κάνει, ποτέ δεν θα είναι η κατάλληλη στιγμή. Ο χρόνος είναι πάντοτε λίγος. Πάντα λιγότερος από την λαχτάρα. Πάντα λειψός σε σχέση με την επιθυμία, που είναι πάντα ολόκληρη, στιλπνή και απαστράπτουσα, ακόμη κι όταν πηγάζει από την πιο σκοτεινή γωνιά μας.
Απόψε θα σου αγγίξω προσεκτικά τα χέρια, δειλά σχεδόν, μην σε φοβίσω κι αλλαξοπιστήσεις. Μη χάσει ο κόσμος τον άξονά του. Φοβάμαι μη ταξιδέψεις χωρίς τους φόβους που σε κρατούν σε μένα, σ’ εμάς, στη γη κι όλα τ’ άλλα εδώ κάτω, μην πας εκεί που δεν θα μπορώ να σε φτάσω, εκεί που οι γυναίκες ξαναγίνονται κορίτσια και η θεά κλείνει με μάγια απ’ έξω τα ιερόσυλα αγόρια.

Χρόνια σου πολλά, μάτια μου.   

Advertisements