Συνάντησα τυχαία τον Μ. στο δρόμο: Τα χρόνια έφυγαν μαζί με τη λάμψη στη ματιά του, κι αυτός έπαψε πια να ψάχνει τη βασίλισσά του: το κίνητρο για να βασιλεύσει. Έπρεπε κάπου να αποθέσει τα λάφυρα από τις νικηφόρες μάχες του, και τη δύναμη που του χάρισαν οι ήττες του. Έπρεπε να ανταποκριθεί στην ανεξιχνίαστη θεϊκή αποστολή του.

Κάπου στην πορεία, μπορεί να μπέρδεψε το ιερό δισκοπότηρο με το ποτήρι του ουίσκι, αλλά κατάφερε να ξεφύγει κι απ’ αυτό. Και να ’τον πάλι εδώ, στην ίδια πόλη με μας. Και με μια Δέσποινα που αξίζει, επιτέλους, το στέμμα, μα που δεν την ενδιαφέρουν ποσώς τα λάφυρά του. Για την ακρίβεια, τα θεωρεί κάτι σαν τη νοσηρή πλευρά ενός κατά τα άλλα αξιαγάπητου ανθρώπου, πλευρά που δεν θα πρέπει να επιδεικνύεται. Οι μάχες είναι αηδιαστικές, πνιγμένες στο αίμα και τη λάσπη. Την ενδιαφέρει μόνο να μπορούν να επιθεωρούν μαζί το βασίλειό τους, αυτά τα δέντρα, τους δρόμους, πότε με το φως του Ήλιου και πότε μ’ εκείνο της Σελήνης. Να χαίρονται τη βασιλεία τους.

Εκείνος, όμως, έφτασε σε αυτό το βασίλειο επειδή η μόνη σημασία του ρήματος που μπορούσε πραγματικά να καταλάβει ήταν αυτή της δύσης: «Ο Μ. βασιλεύει σιγά – σιγά και γι’ αυτόν η πλάση ησυχάζει».
Παρανόηση; Κι όμως, τα έτοιμα βασίλεια των νεαρών διαδόχων είναι σκηνικά φτιαγμένα από χαρτί και νοβοπάν. Ο άναξ πρέπει πρώτα να βασιλέψει εν ζωή, για να μπορέσει στη συνέχεια να βασιλεύσει. Αλλά η Δέσποινά του αρνείται πεισματικά να εκφράσει την παραμικρή εκτίμηση για τα λάφυρά του, πόσο μάλλον να αναγνωρίσει οποιοδήποτε νόημα στις μάχες που προηγήθηκαν.

Ο Μ. συνέχισε τον δρόμο του κι εγώ τον δικό μου. Ευχήθηκα οι δρόμοι μας να μην ξανασυναντηθούν ποτέ.

(Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2004)

Advertisements