Θέλησες κάποια στιγµή να µάθεις πώς ήµουν πριν συναντηθούν οι ζωές µας. Εκείνη τη στιγµή, δεν ήξερες τι µε ρώταγες, γλυκιά µου. Κι ίσως ακόµη να µην ξέρεις. Τι πτυχές του χρόνου άπλωνες στον ήλιο· πώς καίγανε περισσότερο κι από τις ακτίνες που τις άγγιζαν.
Δεν ξέρω αν µπορώ να σου πω. Καλύτερα να προσπαθήσω να σου πω πώς ήταν ο κόσµος πριν. Τον καιρό που ψηλαφούσα τη µορφή σου χωρίς να σ’ έχω ακόµη συναντήσει, σε πλησίαζα περισσότερο κάθε που έφευγε ο ήλιος. Ναι, ήσουν εκείνη η θλίψη που πλησίαζε απειλητικά µε το µούχρωµα. Ήσουν κάτι σαν µια απορία µου:
Το ßλέµµα σου, άραγε, ν’ αγκαλιάζει το ίδιο δειλινό που χαϊδεύει το δικό µου; Το δειλινό έμοιαζε να αναζητά το ßλέµµα σου. Για να µπορέσει να υπάρξει. Μου φαίνεται πως χωρίς τα δικά σου µάτια αυτό το δειλινό είναι µετέωρο στο χρόνο: είναι εδώ, αλλά δεν υπάρχει ακόµα. Σε περιµένει για ν’ αρχίσει να ξανακυλά ο χρόνος.
Αλλά πάντα έλειπες. Αργούσες.
Και µετά, όταν ερχόταν η νύχτα, φαινόταν να µην με απειλεί· φαινόταν καλή. Μερικές φορές, µάλιστα, ήταν λες και είχες πράγµατι έρθει. Κοίταζα το περίγραµµά σου και δεν πίστευα στα µάτια µου. Ερωτευµένος Θωµάς. Ήξερε, µήπως, κάτι παραπάνω η απίστία μου που λίγο µετά µε ξαναοδηγούσε στους δρόµους της φωτιάς; Ακόµη δεν ξέρω.
Μισούσα, όµως, τον εαυτό µου που γοήτευε γυναίκες που σου έµοιαζαν χωρίς να είναι εσύ. Που µε οδηγούσαν στη χώρα του Πάλι και Πάλι· µε καθυστερούσαν.
Και λυπόµουν τον άλλο εαυτό µου, αυτόν που προσπαθούσε να συναντήσει κάποιες γυναίκες χωρίς την ασπίδα της γοητείας: κόκκαλο για πεινασµένα σκυλιά. Αρκετά πεινασµένα για να αρπάξουν την τροφή, αλλά και τόσο ευγενή ώστε, φυσικά, να θέλουν να την πάρουν παράµερα· να γλείψουν το κόκκαλό μου µε την ησυχία τους. Μπας και γιάνουν τις δικές τους πληγές. 
Και τα δειλινά να µην παύουν να έρχονται και να φεύγουν.

(Οδός Πλάτωνος, 2001)

Advertisements