Πόσο αλλάζουν όλα όταν κάνεις ένα βήμα πλάι. Οταν ξεθαρρέψεις και ξεκουνήσεις. Οταν φύγεις από την φωλιά σου. Ναι, αυτήν που έχτισες με τα καλύτερα υλικά σου. Και με ό,τι καλύτερο βρήκες περπατώντας στον κόσμο και μαζεύοντας πετράδια. Νομίζεις κάποια στιγμή πως στέριωσες. «Εδώ», λες, «εδώ ανήκω». Κι όμως· φτάνει ένα βήμα παραδίπλα, ίσως να παραπάτησες, ίσως να σε έσπρωξαν (φύλακας-άγγελος ή ο διάβολος ο ίδιος), για να γίνουν όλα χάρτινα· έτσι, στα ξαφνικά. Και το καινούργιο φεγγάρι που αντικρίζεις να φαίνεται πιο ασημένιο από τον χρυσό σου: που σου μοιάζει τώρα κάπως ψεύτικος. Οικείος, ναι, είναι πάντα, αλλά ψεύτικος. Σαν φλουρί βασιλόπιτας που σε δείχνει θριαμβικά: «Να ο τυχερός!», λέει, κι εσύ να το κοιτάς και να χαμογελάς με την αυταρέσκεια της καινούργιας γνώσης σου. Χαζό χρυσό πραματάκι, δεν υπάρχουν «τυχεροί»!  Κιτς σου μοιάζει τώρα η χθεσινή λάμψη του. Ξέρεις: ξέρεις πως επιλογές υπάρχουν μόνο και στάχτη. Και ένας καπνός να φτιάχνει σχήματα που θυμίζουν κάτι που έζησες· ή που έζησε κάποιος άλλος πριν από σένα.Ναι, μου έπεσε το φλουρί φέτος. Ανάμεσα σε ενενήντα συνδαιτημόνες! Όπως είχε πέσει και σε κάποιον άλλον, πρώτη φορά στη ζωή του, τη χρονιά που πέθανε· το 1997. Καλή του ώρα…

Η δική μου ήρθε; Εφυγε, μήπως, παλιά; Και πώς να μοιάζει, άραγε; Πόσα βήματα στο πλάι να χρειάζονται ακόμα για να με δω;    

Advertisements