Με ρώτησες χθες ßράδυ τι µου φέρνει στο νου η λέξη «ψυχή». Αλλαξα την κουßέντα εκείνη την ώρα. Αλλά το σκεφτόµουν σήµερα το πρωί, στο λεωφορείο που µε πήγαινε στη δουλειά. «Δεν ξέρω», µονολόγησα τσαντισµένος και µε κοίταξαν απορηµένες οι κυρίες δίπλα µε τις τσάντες από τη λαϊκή. Μου ήρθε όµως µια εικόνα στο µυαλό: χορτάρι που φυτρώνει σε µια (κάπως αραιωµένη, θα την έλεγες…) εσοχή του µπετόν. Σαν να ελευθερώνεται και ήσυχα να µακραίνει, να υψώνεται θαρρείς. Χορτάρι που ήρεµα αποχωρίζεται το χώµα και πετά. Γίνεται κυπαρίσσι που τον ουρανό αναζητά – κι όµως, ακόµα σε κόκαλα πατά.
Πώς η γης να σε κρατήσει όταν για τον ουρανό είσαι φτιαγµένος;
Και µετά, αργότερα, πώς ο ουρανός να σε κρατήσει όταν τη γη θες ν’ αγκαλιάσεις;

Advertisements